Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Σταματά το τραγούδι και κλαίει. "Τι λέει το τραγούδι σου; " τον ρωτάει ένας διερχόμενος Ρώσος. "Λέει για ένα πουλί. Δεν ξέρω πώς το λέτε στα ρωσικά...


Valery Briusov


Μιλώντας για τα τρωτά της ποιητικής μετάφρασης ο γνωστός φιλόλογος Α. Ποτεμπνιά χρησιμοποιούσε ένα παράδειγμα, αντλημένο από τις καταγραφές του περίφημου λαογράφου Β. Νταλ:

«Ενας Ελληνας κάθεται στην ακροθαλασσιά και σιγοτραγουδάει. Ξαφνικά τα μάτια του δακρύζουν. Σταματά το τραγούδι και κλαίει. "Τι λέει το τραγούδι σου; " τον ρωτάει ένας διερχόμενος Ρώσος. "Λέει για ένα πουλί. Δεν ξέρω πώς το λέτε στα ρωσικά. Κάθεται ψηλά στο βουνό. Κάθεται εκεί πάνω κάμποση ώρα, έπειτα τινάζει τα φτερά του και φεύγει, πετάει πάνω από το δάσος και πάει πέρα... Αυτό όλο κι όλο ­ στα ρωσικά μπορεί να μη σημαίνει τίποτα, στα ελληνικά σε κάνει και κλαις".»

Στο πνεύμα του Ποτεμπνιά το ανέφικτο της μεταφοράς της ποιητικής δημιουργίας σε μια άλλη γλώσσα δε δίσταζε να ομολογεί και ο Βαλέρι Μπριούσοφ, αρχηγός του ρωσικού συμβολισμού, ποιητής, κριτικός, μεταφραστής με καθοριστική συμβολή στην πορεία της ρωσικής ποίησης, καθώς και στη διαμόρφωση της πρακτικής και της θεωρίας της μετάφρασης στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα. Ήταν εποχή μεγάλης μεταφραστικής έξαρσης με άμεση εισαγωγή και αφομοίωση στα ρωσικά λογοτεχνικά δρώμενα της νεωτερικής προσφοράς της Δύσης. Και, παράλληλα με την αρνητική ομολογία που μόλις αναφέραμε, η επιθυμία για οικειοποίηση του «ξένου θησαυρού», για την καλλιτεχνική του ανάπλαση με τα εκφραστικά μέσα μιας άλλης γλώσσας προβάλλεται από τον Μπριούσοφ σαν αστείρευτη κινητήρια δύναμη στο χώρο της λογοτεχνίας.

Η μεθοδολογική αναζήτηση που αποκτούσε διαστάσεις έκτακτης ανάγκης έθετε, όπως πάντα, ως κυριότερο πρόβλημα το δίλημμα: απόλυτη ακρίβεια ή ελεύθερη «δημιουργική» απόδοση; Οι πρακτικές και θεωρητικές λύσεις που έδινε ο Μπριούσοφ ήταν κάθε άλλο παρά μονοσήμαντες και γνώρισαν εντυπωσιακή εξέλιξη. Στο ξεκίνημά του, στις αρχές της δεκαετίας του 1890, όταν ήταν φανατικά δοσμένος στην ανίχνευση νέων θεματικών και εκφραστικών οριζόντων, αντιμετώπιζε την ξένη ποίηση που μετέφραζε ως πολύτιμη πρώτη ύλη, πηγή εξεύρεσης καινούργιων ποιητικών μορφών, τρόπων και ρυθμών. Τα στοιχεία που επιθυμούσε να μεταφυτέψει στη ρωσική ποίηση τα απέδιδε με απόλυτη ακρίβεια, ενώ τα υπόλοιπα τα χειριζόταν με μεγάλη ελευθερία. Η πρακτική αυτή ήταν άλλωστε πολύ διαδομένη και σε άλλους ρώσους ποιητές που κινήθηκαν με παράλληλους στόχους (Αννένσκι, Μπαλμόντ, Βολόσιν).

...

Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα η γραφή του Μπριούσοφ κατασταλάζει. Διαφοροποιείται και η στάση του απέναντι στη μετάφραση. Οπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Μ. Γκασπάροφ, κλασικός φιλόλογος και σημαντικός μελετητής της ρωσικής ποιητικής, οι πειραματικές διαθέσεις εκτοπίζονται από τις προθέσεις του «συλλέκτη και διαφωτιστή». Εμπρακτη απόδειξη η συλλογή «Γάλλοι λυρικοί του 19ου αιώνα» (1909, 1913), μια πλούσια και άρτια ανθολογία, εφοδιασμένη με πολύ κατατοπιστικά βιογραφικά και βιβλιογραφικά σημειώματα. Αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ τη μόνιμη άλλωστε συμπόρευση της κριτικής και της μεταφραστικής του δουλειάς με την επιδίωξη μιας πολυδιάστατης παρουσίασης του φαινομένου που επιλέγει.

Το ώριμο καταστάλαγμα ωθεί τον Μπριούσοφ και στη θεωρητική αποσαφήνιση των θέσεών του για την ποιητική μετάφραση. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά δοκίμια που δημοσιεύει στο συμβολιστικό περιοδικό Ζυγός είναι οι «Βιολέτες στη χοάνη» που αξιολογήθηκε ως μεταφραστικό μανιφέστο του. Η πρακτική που είχε ακολουθήσει ως τότε δεν καταργείται, αλλά αποκτά πιο ισορροπημένη και ζυγισμένη μορφή ενός τεκμηριωμένου κανόνα. Απέναντι στο δίλημμα «ακρίβεια ή ελευθερία;» κρατά ενδιάμεση θέση. Η σχολαστική προσήλωση στην κυριολεξία, στο γράμμα του πρωτοτύπου με σημαντικές απώλειες στην αναπαράσταση του ψυχολογικού, συγκινησιακού κλίματος και της συνυφασμένης μ' αυτό υφολογίας αποτιμάται ως προδοσία. Πάσχει, κατά τη γνώμη του, από το σοβαρό ελάττωμα των πορτρέτων που διαφυλάττουν πιστά τα χαρακτηριστικά του προσώπου, δεν είναι όμως σε θέση να συλλάβουν την έκφραση.

Ανοίγοντας το δοκίμιό του με την περικοπή από τον Σέλεϊ «το να επιδιώκει κανείς τη μεταφορά ενός ποιητή σε άλλη γλώσσα είναι το ίδιο σα να ρίχνουμε στη χοάνη μια βιολέτα προκειμένου να αποκαλύψουμε τη βασική αρχή των χρωμάτων και του αρώματός της. Το φυτό πρέπει να ξαναβγεί από το σπόρο του, αλλιώς δε θα δώσει ανθό...», ο Μπριούσοφ αποδέχεται το κύριο νόημά της ­ τη θέση για την καλλιτεχνική αναδημιουργία του μεταφραζόμενου ποιητικού έργου. Τη χοάνη όμως δεν την απορρίπτει: «Να διαλύσουμε τη βιολέτα στα συστατικά της στοιχεία μέσα στη χοάνη και έπειτα να την ξαναπλάσουμε απ' αυτά τα ίδια στοιχεία ­ ο στόχος όσων μεταφράζουν ποιήματα».

* Σόνια Ιλίνσκαγια, Μιχαήλ Λυκιαρδόπουλος, «Ενας Ελληνας στο χώρο του ρωσικού συμβολισμού», Εκδόσεις Κέδρος, 1989, σσ. 37-40.

Η κυρία Σόνια Ιλίνσκαγια - Αλεξανδροπούλου είναι καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Αποσπάσματα από το σχετικό άρθρο στο: Το ΒΗΜΑ, 16/08/1998 , Σελ.: B04





J.Baltrusaitis, M.Semenov, V.Briusov, Poliakov
Mέλη του Εκδοτικού Οίκου Σκορπιός




Ενδιαφέροντα άρθρα για το ζήτημα της Μετάφρασης εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: