Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Ξέρω πια ότι άλλοι ποιητές ντύνονται ποιητές, πάνε στα γραφεία της σιωπής, διαχειρίζονται τις τράπεζες της λάμψης, υπολογίζουν με τις μυρωδιές το ισοζύγιο των εσωτερικών τους κεφαλαίων...

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Υπάρχουν επίσης στιγμές που αφήνουμε
τα λόγια του έρωτα και τις σιωπές
να μιλήσουν για ποίηση.
Εσύ ξεκουράζεις τη φωνή στο παρελθόν
και θυμάσαι τον τίτλο ενός βιβλίου,
την ιστορία μερικών στίχων,
τη νεανική νύχτα κάποιων τραγουδοποιών,
τη σημασία που έχουν
οι ποιητές και οι σημαίες στη ζωή σου.
Εγώ σου μιλώ για κόμματα και κεφαλαία,
για εικόνες που πλεονάζουν ή που λείπουν
για την ανάγκη να επιτευχθεί ένας ρυθμός
που να συγκρατεί την ιστορία,
ακριβώς όπως με τα χέρια συγκρατείται
η υγρασία και τα τείχη ενός κάστρου στην άμμο.
Θυμάμαι, επίσης, κάποιους στίχους
τις νύχτες όπου κόμματα και κεφαλαία,
μεταφορές και ρυθμοί,
ζέσταιναν το σπίτι μου,
μου έκαναν συντροφιά,
ήξεραν να με πείθουν
με την ίδια εξουσία μιας αποπλάνησης.

Ξέρω πια ότι άλλοι ποιητές
ντύνονται ποιητές,
πάνε στα γραφεία της σιωπής,
διαχειρίζονται τις τράπεζες της λάμψης,
υπολογίζουν με τις μυρωδιές
το ισοζύγιο των εσωτερικών τους κεφαλαίων
είναι η δάδα βασιλέων και θεών
ή είναι η γλώσσα της κόλασης.

Θα είναι που έχουν ψυχή.
Εγώ αρκούμαι με το να έχω εσένα
και με το να έχω συνείδηση.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Raymond Queneau: Ασκήσεις ύφους




Ραιυμόν Κενώ

Από τις ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ

Σημειώσεις

Σ’ ένα λεωφορείο της γραμμής S. Συνωστισμός. Ένας τύπος γύρω στα είκοσι έξι, καπέλο μαλακό με μια πλεξούδα στη θέση της κορδέλας, πολύ μακρύς λαιμός σα να του τον είχανε τραβήξει. Κόσμος κατεβαίνει. Ο περί ου ο λόγος αρπάζεται μ’ ένα διπλανό του. Τον κατηγορεί πως τον σπρώχνει κάθε φορά που κάποιος θέλει να περάσει. Τόνος κλαψιάρικος με κακές διαθέσεις. Καθώς βλέπει να ελευθερώνεται ένα κάθισμα, τρέχει και κάθεται. Δυο ώρες αργότερα, τον ξαναβλέπω στην Κουρ ντε Ρομ, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Είναι μαζί μ’ ένα φίλο του που του λέει: «Πρέπει να ράψεις άλλο ένα κουμπί στο παλτό σου». Του δείχνει πού (στο πέτο) και γιατί.

Η υποκειμενική άποψη

Δεν ήμουν διόλου δυσαρεστημένος με το ντύσιμό μου εκείνη τη μέρα. Πρωτοφορούσα ένα παρδαλούτσικο καπέλο κι ένα παλτό, για το οποίο πολύ καμάρωνα. Μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ συνάντησα τον Χ που προσπάθησε να μου χαλάσει το κέφι, θέλοντας να μου αποδείξει πως το παλτό μου ήταν πολύ ανοιχτό στο πέτο και πως θα ’πρεπε να προσθέσω εκεί ένα κουμπί. Πάλι καλά που δεν τόλμησε να θίξει το καπέλο μου.
Λίγο νωρίτερα, έβαλα όπως έπρεπε στη θέση του ένα παλιοτόμαρο, που το ’κανε επίτηδες να με ξενυχιάζει κάθε φορά που περνούσε κόσμος, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας. Αυτό συνέβη σ’ ένα από κείνα τα βρωμερά λεωφορεία που πήζουν στη λαϊκούρα ακριβώς εκείνες τις ώρες που είμαι υποχρεωμένος να τα χρησιμοποιώ.

Κι άλλη υποκειμενική άποψη

Ήταν σήμερα δίπλα μου στο λεωφορείο ένα από κείνα τα μυξιάρικα που, ευτυχώς, εκλείπουν σιγά σιγά, γιατί καμιά μέρα θα σκότωνα κανένα από δαύτα. Ο λεγόμενος, ένα τσογλάνι γύρω στα είκοσι έξι, τριάντα, μου την έδινε πολύ, όχι μόνο για το μακρύ λαιμό του σαν ξεπουπουλιασμένης γαλοπούλας, αλλά και γιατί είχε στο καπέλο του αντί για κορδέλα ένα λεπτό μελιτζανί κορδόνι. Α το κάθαρμα! Πόση αηδία μου προκαλούσε! Όπως λοιπόν είχε πολύ κόσμο στο λεωφορείο εκείνη την ώρα, έβρισκα την ευκαιρία, κάθε φορά που στριμωχνόμασταν για να κατέβει ή να ανέβει ο κόσμος, να του χώνω τον αγκώνα μου στα παΐδια του. Στο τέλος μου την κοπάνησε, πάνω που ήμουν έτοιμος να του τραβήξω ένα ξεγυρισμένο ξενύχιασμα. Θα του ’λεγα ακόμα, μόνο και μόνο για να τον φτιάξω, πως το παλτό του ήταν πολύ ανοιχτό στο πέτο.

Διευκρινιστικό

Σ’ ένα λεωφορείο (και να μη γίνει σύγχυση με το: Εσένα λέω, φορείο!), παρατήρησα (και όχι παρατύρισα) έναν τύπο μ’ ένα (και όχι τυπωμένα) καπέλο στολισμένο με (και όχι καπέλο στολής μένομε) ένα πλεγμένο κορδόνι (και όχι κορδωμένο πλεχτό). Είχε ένα λαιμό παρατεταμένο (και όχι ένα μελό παραπεταμένο). Οι άνθρωποι ήταν συνωστισμένοι (και όχι συν όστις μένει). Με κάθε απότομη κίνηση του οχήματος (και όχι οχύρωση του κινήματος), ο παραπλήσιος τον πατούσε (και όχι ο παραπατήσας τον πλησίαζε). Ο νεαρός έγινε άνω ποταμών (και όχι ο ποταμός έγινε άνω νεαρών), μόλις όμως άδειασε μετά μια θέση (και όχι μια άδεια σε μετάθεση), πηδώντας πήγε προς τα κει (και όχι ο πηδών ας πει μια προσταγή).
Αργότερα τον πήρε το μάτι μου που λες (και όχι αργό τεράτων πυρετό, μα τι μου λες), να μιλά με το φίλο του (και όχι να μήλα με το φύλλο του) για ένα κουμπί στο πανωφόρι του (και όχι για ένα αποκούμπι στο ανηφόρι του).

Ομοιοτέλευτο

Ένα μεσημέρι, μέσ’ στο καλοκαίρι, μπήκα στο S για να με μεταφέρει στου Σαμπερέ τα μέρη. Δεν φυσούσε αγέρι κι όπως είχε μαζευτεί εκεί μέσα ένα ασκέρι, κινδύνευα να κολλήσω μπέρι μπέρι. Ακούω ένα μακρυχέρη, λιγνό σαν αγιοκέρι, να βρίζει κάποιον: «μαουνιέρη», για τα πλήγματα που του επιφέρει και που τον κάνουν να υποφέρει. Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει, καταλαβαίνοντας πως είναι χαμένος από χέρι, παρατά το νταραβέρι και, ενώ όλος ο κόσμος επιχαίρει, την κοπανά σαν περιστέρι.
Τον ξαναείδα πιο πέρι, έξω απ’ το σταθμό του Σαιν Λαζέρι, που ’χε ανοίξει κουβεντέρι για το πέτο στο παλτέρι.

Σονέτο

Ένας φτωχοταλαίπωρος, που θύμιζεν απάχη,
μ’ ένα καπέλο παρδαλό και με λαιμό μακρύ,
περίμενε — τι βάσανο! — στη στάση ένα πρωί,
να ’ρθει το λεωφορείο του για να ριχτεί στη μάχη.

Σα στάθη ομπρός του τ’ όχημα, μέσα του είπε «όρμα!»,
τι η απαντοχή τον έλιωσ’ ώσπου νά ’ρθει εκείνο το S,
και νιώθοντας πρωτόγνωρες και άγριες ηδονές,
έδωσε μια και βρέθηκε στου κήτους την πλατφόρμα.

Αλίμονο όμως του ’λαχε μπροστά του ένα γομάρι,
που μια, δυο, τρεις δεν άντεξε, τον έβρισε αφού
σε κάθε απότομη στροφή του πάταε το ποδάρι,

μα πήε και κάθισε μακριά, να διαλυθούν τα νέφη.
Αργότερα, ένας φίλος του, στην πόρτα ενός σταθμού,
για ένα μικρό σκατόκουμπο του χάλασε το κέφι.

Ιταλισμοί

Κοντά στο μετσοτζόρνο ήρθε το λεωφορέττο. Αβάντι! είπα μέσα μου και μ’ ένα σάλτο ήμουνα τροβάτος στο γκρίζο μαρσεπιέτο του. Εκεί είδα ένα τζόβενο σαν αρλεκίνο: λούνγκος σαν κατσαβίδι και πάνω στην τέστα του φορούσε ένα καπέλο με γαρνιτούρα μία τρέσα. Ξαφνικαμέντε, τα ’βαλε με τον βιτσίνο του (ένα σινιόρε ντελικάτο, όλο φινέτσα), γιατί — λέει — του πατούσε τα ποδαρίνια του. Καπάτσος όμως καθώς ήτανε, μόλις είδε ένα καθισματίνο λίμπερο, πήγε πρέστο να ριποζάρει τον καβάλο του.
Ντόπο δυο ωρίνες, τον ξαναείδα τον κανάγια. Ήταν στην πιάτσα Σάντο Λάζαρο, κομπανία μ’ ένα αμίκο του τάλε κουάλε, που του ’δινε κονσίλιες για ένα μποτόνι στο παλτό του.
Φινάλε.

Αμερικανισμοί

Ένα ντέι, γύρω στο νούνι, πάνω στο μπούσι που μας πήγαινε στο Σαμπερέι, λουκάρω ένα τζούνιορ σαν κλόουν: το νέκι του ήταν δέκα ίντσες και στο χάτι του είχε αντί για ριμπόνι ένα στρίνγκο. Στα ξαφνικέισιον, ο τζούνιορ έγινε φουντούκια κι ακιουζάρισε ένα τζέντλεμαν πως του πάταγε τα φούτια. Πριν όμως ο άλλος του δώσει κάνα σουτ και τον βγάλει μπι-ελ-αρ, διάλεξε ένα άδειο τσέρι σ’ ένα κόρνερ και βγήκε άουτ.
Δυο ώρες αργότερα, πήρα ένα νέο σοκ: είδα ξανά τον σταρ του σκετς έξω απ’ το μπαρ της Κουρ ντε Ρόουμ. Ήταν μ’ ένα φρέντι του του ίδιου σεξ, που του ’δινε οπίνιες για το κολάρο της ρεντιγκότας του.

Χωριάτικο

Ελόου μας, ματάκια μ’, διν ίχαμ’ αυτούνα τα χαρτάκια με τσ’ αριθιμοί απού παν’, αλλά στου καρ’ ανιβίκαμ’ που να μην έσωνε. Μουόλις πατήσαμ’ του πόδι μας (τι πατήσαμ’ δηλαδή, που λέει ο λόγος — πιτάμεν’ ήμασταν), τι ζούληγμα ήταν δαύτου γιόκα μ’, τι στριμουξίδ’! Δουόσαμ’ τα χριέματ’ δόξα να ’χει ου Κύριους μη μας πουν και τιέπουτ’, κάναμ’ μια γυρουβουλιά μι τ’ ματ’ και τι βλέπουμ’ μαθές: ίνα ντ’ρεκ’ ίσαμ’ κει παν’ μι κατ’ λαιμά κι ίνα καπέλου Βαγγελίστρα μ’! Του καπέλ’ εί­χε τριγύρ’ μια πλιεξούδ’! Και τι τούνα τσίμπησε κει που καθόντανε, γυρνάει μαθές κι λέει κατ’ λόγια στουν κύριου που ’ταν σμα ’τ κι μια κι δυο ιπίγ’ κι καθ’σ.
Τι βλέπουν τα ματάκια μας στην πολ’! Αμ δι σ’ είπ’! Που τουν ματάδαμ’ το ντ’ρεκ! Μπρουστά σ’ ίνα μεγάααλου σπιτ’ που κι ιγώ διν ξέρου τι ’ντουνα, να τους πάλ’ πάαινε κι ιρχούντανε μ’ ιν’ άλλου ντ’ρεκ ίδιου μπόι κι αμ τι θαρρείς που του ’κρέεν τ’ άλλου ντ’ρεκ ίδιου μπόι; Του ’κρεν «αυτούν’ τ’ κουμπί πριέπ’ να τ’ ράψ’ λίγου πιου παν’ να σ’ χαρώ». Σ’ αρσ’; Αυτά του ’κρεν’ του ντ’ρεκ τ’ άλλου ντ’ρεκ ίδιου μπόι.

Μάγκικο

Νταν μεσημέρι καβαλάω το ες. Σκάω τα λεφτά ως είναι φυσικόν και προχωράω στα παραμέσα. Να σου που λες κι ο δικός σου, ένας φιόγκος μ’ ένα σβέρκο σα τηλεσκόπιο κι ένα σπάγκο στην καπελαδούρα. Εγώ το κόβω το παιδί να πούμε γιατί έχει χάζι, όταν όλως αιφνιδίως γυρνά στον παραδίπλα και του τη βγαίνει ούτω πως: Λίγη προσοχή δε βλάφτει, πάτα και λίγο λεωφορείο, πώς μου ξηγιέσαι έτσι, κοντεύεις να μου δώσεις τα νύχια μου στο χέρι, και ούτω καθεξής. Πάνω που αδειάζει όμως μια θέση, γίνεται μπουχός και μην τον είδατε.
Διελθών αργότερα της Κουρ ντε Ρομ, τον ξαναπαίρνει ο οφθαλμός μου να ’χει πιάσει λακριντί μ’ έναν άλλο φιόγκο, σουλούπι τάλε κουάλε. Και τι γυρνάει ο δικός του και του λέει! Να ράψει κι άλλο ένα κουμπί άμα λάχει στο μπαρντεσού του!

μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης



Ο Ρεϊμόν Κενώ (Raymond Queneau, Χάβρη, 21 Φεβρουαρίου 1903- 25 Οκτωβρίου 1976) ήταν Γάλλος συγγραφέας, ποιητής, στιχουργός, μεταφραστής και μαθηματικός. Πολυσχιδής προσωπικότητα, με αίσθηση του χιούμορ και φαντασία, ανανέωσε τη γαλλική γλώσσα και λογοτεχνία εισάγοντας τον προφορικό λόγο και υπογραμμίζοντας την έννοια του αστείου στα γαλλικά γράμματα.

Μοναχογιός του Αυγούστου Κενώ (Auguste Queneau) και της Ζοζεφίν Μινιό (Joséphine Mignot) που είχαν κατάστημα ψιλικών, ο Ρεϊμόν γεννήθηκε το 1903 στη Χάβρη. Εκεί μεγάλωσε και έκανε τις πρώτες σπουδές του. Πήγαινε συχνά με τον πατέρα του στον κινηματογράφο, διάβαζε πολύ και ξεκίνησε να γράφει από την εφηβική του ηλικία. Έπειτα πήγε στο Παρίσι για να πάρει πτυχίο φιλολογίας και φιλοσοφίας (License de philosophie et de lettres) από τη Σορβόνη (1924). Εκεί εκδηλώθηκαν για πρώτη φορά κρίσεις άσθματος.

Εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στην Αλγερία και στο Μαρόκο, όπου ήρθε σε επαφή με την αργκό αλλά και με την αραβική γλώσσα, όμως παράλληλα παρακολουθούσε τη λογοτεχνική κίνηση από αρκετά κοντά. Είχε συνεργαστεί μάλιστα στην έκδοση της Σουρεαλιστικής επανάστασης αλλά από το 1929 είχε ήδη διακόψει τις σχέσεις του με το κίνημα του Αντρέ Μπρετόν για προσωπικούς και πολιτικούς λόγους. Παντρεύτηκε την Ζανίν Καν (αδερφή παλιάς ερωμένης του Μπρετόν-1928) με την οποία απέκτησε τον μοναχογιό του Ζαν Μαρί Κενώ (Jean-Marie Queneau) το 1934. Την ίδια χρονιά γράφτηκε στη σχολή «École pratique des hautes études» και παρακολούθησε σειρά μαθημάτων πάνω στον Χέγκελ από τον γνωστό καθηγητή Αλεξάντρ Κοζέβ (1935).

Διψασμένος για ταξίδια και γνώση επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1932 και ένιωσε βαθιά έκπληξη από το χάσμα που χώριζε την καθομιλουμένη από την καθαρεύουσα του γραπτού λόγου. Αυτός ο διαχωρισμός άλλωστε τον προβλημάτισε τόσο πολύ ώστε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για αυτόν καθώς στη συγγραφική του πορεία έθεσε τον στόχο να απαλλάξει τη γαλλική γλώσσα από τις συμβατικότητες του γραπτού λόγου.

Αφού επιστρέψει, θα εκδώσει το πρώτο του μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα-ποίημα με τίτλο «Le chiendent» για το οποίο θα κερδίσει άλλωστε και το μόλις θεσπισμένο -με αφορμή το βιβλίο του- βραβείο των Ντε Μαγκό. Κατόπιν ακολουθούν κάποια αυτοβιογραφικά έργα: Les derniers jours (1936), Odile (1937), Les enfants du limon (1938). Παράλληλα εργάζεται ως τραπεζικός αλλά και ως πωλητής μέχρι να προσληφθεί από τον εκδοτικό οίκο Γκαλιμάρ ως αναγνώστης και έτσι να μπορέσει να αφιερωθεί περισσότερο στη συγγραφή. Ιδρύει μαζί με τον Ζωρζ Πελορσόν την επιθεώρηση «Volontées», γράφει και εκδίδει βιβλία. Η πρώτη του επιτυχία θα είναι το Pierrot mon ami (1942) και θα γίνει διάσημος το 1959 με το βιβλίο «Η Ζαζί στο μετρό» (Zazie dans le métro) που θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον Λουί Μαλ. Η υστεροφημία του Κενώ όμως θα επισφραγισθεί από τα «Γαλάζια λουλούδια» (Les Fleurs bleues, 1965) καθώς και από ένα παλαιότερο έργο του, τις «Ασκήσεις ύφους» (Exercices de style, 1947).

Για κάποιο διάστημα στη δεκαετία του '30 ο Κενώ μελέτησε και κατέγραψε αυτούς που αποκαλούσε «les fous littéraires» (Οι τρελοί λογοτέχνες), συγγραφείς που είχαν διακηρύξει διάφορες εκκεντρικές θεωρίες. Κατέληξε στη συγγραφή ενός τόμου που υπερέβαινε τις 700 σελίδες που κανένας εκδότης δε θέλησε να εκδώσει. Μέρος της τεράστιας εργασίας του ενσωματώθηκε στο έργο του Les enfants du limon μέσω του ήρωα, κυρίου Σαμπερνάκ (Monsieur Chambernac) που ήταν συγγραφέας της «Εγκυκλοπαίδειας των Ανακριβών Επιστημών», ενός βιβλίου για τους «τρελούς λογοτέχνες».

Καθώς είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τις επιστήμες, το 1948 γράφτηκε στη Μαθηματική Εταιρία Γαλλίας και μάλιστα αφοσιώθηκε στην εφαρμογή των μαθηματικών κανόνων στο λογοτεχνικό έργο. Από το 1950 συμμετείχε στο Κολλέγιο Παταφυσικής με το βαθμό του «Σατράπη» ενώ το 1951 τον δέχτηκε η Ακαδημία Γκωνκούρ και από το 1954 διηύθηνε τις εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις του εκδοτικού οίκου Pleiade.

Κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου του κολλεγίου Παταφυσικής αποφάσισε μαζί με τον μαθηματικό Φρανσουά λε Λιονέ να ιδρύσουν την Ουλιπό (Oulipo, Ouvroir de la Litterature Potentielle = Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας) στην οποία συμμετείχαν πολλοί σημαντικοί λογοτέχνες.

Παρά τις πολλές απαιτητικές και διαφορετικές ενασχολήσεις του, ο Κενώ θα βρει τον χρόνο να εκφράσει την ποιητική του φλέβα αφού θα είναι άλλωστε και ο μοναδικός ποιητής που έχει καταφέρει να γράψει εκατό τρισεκατομμύρια ποιήματα («Cent Mille Milliards de Poèmes», 1961). Πρόκειται για ένα βιβλίο που έδινε τη δυνατότητα στον αναγνώστη να ανακατέψει τις λέξεις κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργηθούν σύμφωνα με τους υπολογισμούς του συγγραφέα εκατό τρισεκατομμύρια ποιήματα.

Ο Κενώ πέθανε στις 25 Οκτωβρίου 1976. Ο τάφος του βρίσκεται στο παλιό νεκροταφείο του Juvisy-sur-Orge, στην Εσόν (Essonne) έξω από το Παρίσι.

Πληροφορίες από: wikipedia

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Η Άννα, η Χρυσόστομη Πασών των Ρωσιών έγραψε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα για την Αχμάτοβα, την ποιήτρια που λατρεύτηκε ως μούσα και έζησε ως μάρτυρας...




Η Άννα, η Χρυσόστομη Πασών των Ρωσιών έγραψε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα για την Αχμάτοβα, την ποιήτρια που λατρεύτηκε ως μούσα και έζησε ως μάρτυρας...

Διάβαζα ένα αφιέρωμα της εξαίρετης Σόνια Ιλίνσκαγια - Αλεξανδροπούλου για το «Ρέκβιεμ» της Ρωσίδας ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα, το οποίο είχε γραφτεί για τη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου. Και γράφει ότι ο Αλεξάνδρου έλεγε το εξής ανατριχιαστικό: «Τα ποιήματα ξαναγράφονται. Δεν μεταφράζονται»

Αυτή η «γοητευτική αυθαιρεσία» του μεταφραστή, ακόμα κι αν πρόκειται για μεταφραστές - δημιουργούς, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου, με σοκάρει. Τότε κατανοώ γιατί ο Ρίλκε έμαθε ρωσικά για να διαβάζει τους αγαπημένους του ποιητές στο πρωτότυπο και γιατί η Τσβετάγιεβα και ο Παστερνάκ έμαθαν γερμανικά για να διαβάζουν Ρίλκε.

Η Σόνια Ιλίνσκαγια, που έχει και μια βιωματική σχέση με το Ρέκβιεμ της Αχμάτοβα, εφ' όσον το «γνώρισε» σε έκδοση «Σαμιζντάτ» (δακτυλόγραφα αντίτυπα που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι), προτείνει μια χρήσιμη συγκριτική θεώρηση της μετάφρασης του Αλεξάνδρου και της λιγότερο γνωστής μετάφρασής του από την Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, η οποία είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Ποίηση».

Και συνεχίζει η Σόνια Ιλίνσκαγια...

«Και οι δύο μεταφραστές διαισθάνονται και αναγνωρίζουν τις αναπόφευκτες ατέλειες της δουλειάς τους. Περισσότερο αναλυτική είναι σε αυτό το σημείο η Αγγελάκη - Ρουκ που, όπως λέει η ίδια, μεταφράζοντας την Αχμάτοβα, και τη ρωσική ποίηση γενικότερα, παραβιάζει τον δικό της στέρεο, κατά τα άλλα, κανόνα ποτέ να «μη μεταφράζει ρίμα με ρίμα». Οι λόγοι που της επιβάλλουν να την κρατήσει για τα ρωσικά κείμενα (το ίδιο μάλλον ισχύει και για τον Αλεξάνδρου) συνδέονται με τον σημαντικό ρόλο που παίζει η ρίμα στο εκφραστικό σύστημα της ρωσικής ποίησης. Η επιδίωξη όσο γίνεται μεγαλύτερης και πλήρους αντιστοιχίας μετάφρασης και πρωτοτύπου ασφαλώς είναι και θα παραμένει το ποθητό ζητούμενο, προκύπτουν ωστόσο κάποια σοβαρά ερωτήματα. Θα περιοριστώ σε δύο:

1. Όταν η ρίμα της απόδοσης απέχει, κάποτε σημαντικά, από τη λαμπρή τελειότητα του πρωτοτύπου, τι εντύπωση θα αποκομίσει ένας αναγνώστης που διαθέτει μόνο την απόδοση;

2. Πώς θα του φανεί η χαλάρωση του ποιητικού λόγου που προέρχεται από τα αναγκαστικά παραγεμίσματα στίχων; Πρέπει μάλλον κι αυτή να την αποδώσει στη στάθμη του πρωτοτύπου. Ο αναγνώστης δε που μπορεί να συγκρίνει πρωτότυπο και μετάφραση, θα παρατηρήσει πως χάρη της ρίμας καμιά φορά θυσιάζεται η χαρισματική ευστοχία και η ευρηματικότητα της πρωτότυπης έκφρασης. Κάποτε για τον ίδιο λόγο ο μεταφραστής οδηγείται και σε ανεπιθύμητες νοηματικές αποκλίσεις.

Θα δώσω παραδείγματα από την ομοιοκατάληκτη μετάφραση του πρώτου τετράστιχου του τέταρτου ποιήματος ξεκινώντας με μια τρίτη μετάφραση:

4.
Ποιος να το 'ξερε, κορίτσι τρελό,
Πειραχτήρι απ' όλους χαϊδεμένο,
Ερωτιάρα του Τσάρσκογιε Σελό*,
Τι σου φύλαγε το πεπρωμένο.

Αλεξάνδρου:
4.
Ποιος να στο 'λεγε τότε που οι φίλοι σου
φιλενάδα τους σ' έλεγαν κ' έτοιμο το 'χες το σκώμμα
κι αμαρτάνοντας πρόσφερες τ' άλικα χείλη σου,
στη ζωή σου να πάθεις τι σου 'μελλε ακόμα.

Αγγελάκη - Ρουκ:
4.
Να σου 'δειχνε κανείς εσένα, που 'σουν όλο χωρατό
Και σε λατρεύαν όλοι οι φίλοι σου εκεί
Χαρούμενη αμαρτωλή, στου Πούσκιν το χωριό
Τι θα συμβεί μες στη ζωή...

Και στις δύο κρινόμενες μεταφράσεις ο ποιητικός λόγος από επιγραμματικός γίνεται επεξηγηματικός, και ο τρίτος στίχος στον Αλεξάνδρου δίνει μια νοηματικά παρατραβηγμένη εικόνα.

Θα κλείσω με το μότο. Πέρα από φανερές ατέλειες στην απόδοση της ομοιοκαταληξίας, υπάρχει κι εδώ μια εξασθένηση της επιγραμματικότητας, ιδιαίτερα απαραίτητης για το μότο, καθώς και η κοινή απόκλιση από τη συνειδητή λύση που έδωσε και το είχε σχολιάσει ειδικά η Αχμάτοβα:... ήμουν με το λαό μου τότε / εκεί που, αλίμονο, ήταν ο λαός μου. Το σημαντικό «αλίμονο» και στις δύο μεταφράσεις θυσιάστηκε στη ρίμα.

Αλεξάνδρου: Όχι, δεν ζήτησα τον ξένον ουρανό, / ούτε φτερούγας ξένης προστασία - / είμουν με τον λαό μου τότε εδώ / όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία.

Αγγελάκη - Ρουκ: Όχι, δεν μ' έκρυψε κανένας ξένος ουρανός / Κάτω από ξένη φτερούγα δεν βρήκα προστασία / Ήμουνα τότε εκεί που ήταν ο δικός μας ο λαός / Εκεί που ο λαός μας ήταν μες στη δυστυχία.»

Προσθέτω για σύγκριση την ίδια μετάφραση του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη από το Ρέκβιεμ της Αχμάτοβα των εκδόσεων Αρμός που έχω:

4.
Ποιος να το φανταζότανε τότε που χαρωπή
Των φίλων όλων η λατρεμένη
Του Τσάρσκογιε Σελό χαρούμενη αμαρτωλή
Στη ζωή σου τι θα συμβεί.

* Θερινά ανάκτορα των Τσάρων

Από τις μεταφράσεις τέσσερις μεταφράσεις του τετράστιχου από το ποίημα 4 του Ρέκβιεμ, μου αρέσει η πρώτη της Ιλίνσκαγια και μετά του Τριανταφυλλίδη.

Μια μαρτυρία συγκλονιστική είναι αυτή της Τσουκόφσκαγια, στενής φίλης της Αχμάτοβα που έζησε δίπλα της όλη την περίοδο της αναγκαστικής σιωπής της στα δύσκολα χρόνια που η ποίησή της ήταν απαγορευμένη και που σημαδεύτηκαν από την εκτέλεση του πρώτου άντρα της, ποιητή Ν. Γκουμιλιόφ το 1921, τη σύλληψη το 1935 του γιου τους Λεβ και του τρίτου άντρα της Ν. Πούνιν (που εκείνη την πρώτη φορά αφέθηκαν ελεύθεροι έπειτα από ένα γράμμα της Αχμάτοβα στον Στάλιν), τη δεύτερη σύλληψη του Λεβ το 1938 και τη δραματική αναμονή έξω από τις φυλακές όπως την αναπλάθει στο Ρέκβιεμ.

Στις Σημειώσεις λοιπόν για την Άννα Αχμάτοβα, αυτή η στενή της φίλη η πεζογράφος Λύδια Τσουκόφσκαγια, απεικονίζει τη σιωπηλή ιεροτελεστία: η Αχμάτοβα γράφει σε ένα χαρτί το ποίημα, η Τσουκόφσκαγια το διαβάζει ώσπου να το αποστηθίσει κι έπειτα η ποιήτρια ανάβει ένα σπίρτο και καίει το χαρτί...

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Σε ποιον θάνατο πήγες; Περνούσε αεράκι από εκεί; ...Στοχάσου: Πόσο κράτησε το Θαύμα˙ πόσον η κακιά Στιγμή!



Μάρκος Μέσκος: Ένας κρυφός ποιητής της Θεσσαλονίκης.

Είναι ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Ο βραβευμένος ποιητής (που ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη από το 1981) μας μίλησε για την τέχνη, τον θάνατο και τα τοπία της ζωής του.

Γεννηθήκατε στην Έδεσσα και ζήσατε εκεί για πολλά χρόνια. Μετά η «εσωτερική μετανάστευση» σάς πήγε στην Αθήνα και δουλέψατε σε διαφημιστικά γραφεία.

Ήταν θέμα επιβίωσης. Δεν εισχώρησε η τέχνη μου εκεί, δεν ήθελα να αλλοτριωθώ. Απέρριψα μάλιστα και προτάσεις για να γίνω μέτοχος σε διαφημιστικές εταιρείες. «Ευχαριστώ», τους είπα, «θέλω απλώς να πληρώνομαι καλά. Τον υπόλοιπο χρόνο τον θέλω για αλλού, βγάζοντας την επαγγελματική σκόνη από πάνω μου». Έτσι κι αλλιώς, στη διαφήμιση με έστρεψε ένας καλός μου φίλος. Εγώ στην αρχή ήθελα να γίνω δάσκαλος - ο πατέρας μου δεν με άφησε. Ήθελα επίσης να γίνω αρχιτέκτονας, πάλι ο πατέρας μου δεν με άφησε. Πήρα κι εγώ τα μπογαλάκια μου κι έφυγα και προσπάθησα να χτίσω τη ζωή μου απ' την αρχή.

Ο πατέρας σας δεν σας άφησε να γίνετε δάσκαλος και αρχιτέκτονας...

Ήθελε να γίνω έμπορος, να ακολουθήσω το δικό του παράδειγμα. Αν ήταν δυνατόν. Μπορούσα να γίνω ποτέ έμπορος εγώ; Δεν είχα ποτέ καμία σχέση με το χρήμα!

Σας άφησε όμως να γίνετε ποιητής!

Δεν το ήξερε. Νομίζω ότι και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν γνώριζε τι σημαίνουν όλα αυτά... Οι δικοί μου (με την εξαίρεση της μεγάλης μου αδερφής) δεν έμαθαν τι σημαίνει ποίηση, ποιο είναι το βαθύτερο μεράκι μου, το βαθύτερο μυστικό μου. Αλλά κι εγώ δεν επιδίωξα να γίνω φανερά γνωστός. Όχι μόνο στους δικούς μου - πολλές φορές άνθρωποι με ρωτούσαν τι σχέση έχω με τον Μάρκο Μέσκο τον ποιητή και έλεγα: «Είναι ξάδερφός μου, ο συνονόματος ξάδερφός μου». Δεν μπορώ να πω εγώ για τον εαυτό μου «εγώ είμαι ποιητής», είναι μεγάλη κουβέντα. Δεν προσήλθα στο ιερό της ποίησης για να αναγνωριστώ - ήταν ανάγκη ψυχής.

Δεν σας ενδιαφέρει η υστεροφημία;

Όχι, και δεν πιστεύω και στη μεταφυσική... Τώρα, αν αφήσουμε κάποια ίχνη καλώς, διαφορετικά...

Η ποίηση, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να είναι χρήσιμη ή όμορφη; Γίνεται να είναι και τα δύο;

Αρκετά κείμενα από το τελευταίο μου βιβλίο (Στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο) αναφέρονται σ' αυτό ακριβώς το ερώτημα. Η ποίηση υπάρχει σαν ένας κρυμμένος θησαυρός στα αισθήματα των ανθρώπων. Είναι μια κρυμμένη ομορφιά, η οποία -σαν ένα τεράστιο μυστικό- καταφέρνει και εκμαιεύεται από κάποιους γραφιάδες, ποιητές. Εγώ πιστεύω ακράδαντα ότι η ποίηση είναι ένα από τα ουσιαστικά μεγέθη που προσδιορίζουν και τη ζωή και την έκφραση των όντων επί του πλανήτη Γη. Και, επιμένω να ισχυρίζομαι ότι, αν ο πλανήτης Γη μαυρίσει τελείως από τους επιχειρηματίες, από την αγορά, από όλα τα κακώς κείμενα, η ανθρώπινη φύση θα μεταναστεύσει σε άλλους πλανήτες - κάποτε. Και εκεί θα βρει τις καινούργιες αγκαλιές της, τις καινούργιες φωλιές της. Και εκεί θα εκφραστεί.

Αυτό το εννοείτε μόνο κυριολεκτικά ή και μεταφορικά;

Κυριολεκτικά. Το λέω και σ' αυτούς που υποστηρίζουν ότι έρχεται το τέλος της ιστορίας, το τέλος της ποίησης... Δεν είναι έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Δεν τελειώνουν τα πράγματα, όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχουν και η ομορφιά και η ποίηση και οι αναζητήσεις που ολοκληρώνουν τα όντα της Γης.

Ξέρω πως ζωγραφίζετε. Οι πίνακές σας συμπληρώνουν το ποιητικό σας έργο ή μήπως είναι το αντίβαρο σ' αυτό;

Δεν συμπληρώνουν οι πίνακες την ποίησή μου, είναι ένα υστερόγραφο σε χαρτιά, στα «αθώα λευκά χαρτιά» του Καρυωτάκη. Μόνο που εδώ έχουνε και χρώματα... Είναι μια αποφόρτιση. Όταν είμαι κουρασμένος και θέλω να ηρεμήσω, πιάνω τα χαρτιά και τα πινέλα και προσπαθώ να μπογιατίσω - ζωγράφος δεν δηλώνω. Ζωγραφίζω για μένα κυρίως, και για κάποιους φίλους.

Και, κυρίως, τοπία που έχετε δει;

Ναι. Ξέρω πολύ καλά αυτή την αναπνοή που βγάζουν πολλές φορές η βροχή, και το χιόνι, και η ομίχλη και η λιακάδα. Όλα τα τοπία, όμως, κρύβουν από πίσω τους μια ανάγκη - την ανάγκη να φανερώσουν (ή να κρύψουν) μια σκέψη, έναν συλλογισμό, ένα πρόβλημα.

Αναρωτιέμαι τι σας κράτησε -και κυρίως τι σας κρατάει ακόμα- εδώ, στη Θεσσαλονίκη...

Έφυγαν τα χρόνια καλέ μου φίλε, λιγοστεύει η ζωή μας... Το κονάκι το δικό μου είναι κάπου στην Άνω Τούμπα, οι φίλοι είναι εδώ και είμαι και κοντά στα δικά μου λημέρια, στο Βέρμιο, στο Καϊμακτσαλάν, στην Έδεσσα...

Είναι, τελικά, μια πόλη που εμπνέει ή μια πόλη που σκοτώνει την έμπνευση;

Η Θεσσαλονίκη είναι ένα τεράστιο εργαστήρι τέχνης. Είναι όμως κάπως υπόγειο όλο αυτό. Αυτά που φαίνονται στην επιφάνεια είναι τα διάφορα εξουσιαστικά κέντρα και οι διάφοροι πνευματικοί τρομοκράτες (ας μην τους ονομάσω τώρα). Η πόλη, όμως, είναι ιδεώδης τόπος για δημιουργία, για τέχνη. Ακόμα και τώρα. Πολλοί λένε ότι οι ποιητές και οι λογοτέχνες της πόλης μας τελείωσαν. Δεν είναι έτσι - η ζωή έρχεται πάντα και προσκομίζει νεότερους. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρνητικά στην πνευματική ζωή της πόλης - δείτε τη δημοσιογραφική λογοτεχνία, όλο αυτό το δήθεν...

Και η καθημερινότητα; Η ποιότητα ζωής;

Η καθημερινότητα καθορίζεται από τους ανθρώπους με τους οποίους συναλλάσσεσαι. Όπως παντού, κι εδώ το σημαντικό είναι ο άνθρωπος - και οι επιλογές του.

Ισχύει δηλαδή αυτό που έγραψε ο Καβάφης για την πόλη που μας ακολουθεί, που είναι μέσα μας;

Ισχύει, βεβαίως ισχύει. Θα πρέπει ο άνθρωπος να αντέχει τη σιωπή του. Αν την αντέχει, θα είναι παντού καλά.

Πηγή: lifo.gr
Φωτ. Γιώργος Παπαδόπουλος

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ντελακρουά: "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση»



Η Παγκόσμια ημέρα ποίησης ξεκίνησε από την Ελλάδα

«Δεν υπάρχει Τέχνη χωρίς ποίηση» είχε πει κάποτε ο Ντελακρουά, ωστόσο η δικαίωση ήρθε αιώνες αργότερα. Σήμερα, 21 Μαρτίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, η αρχική έμπνευση της οποίας ήρθε από την Ελλάδα κι συγκεκριμένα από τον Έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα.

Το Φθινόπωρο του 1997, ο Μιχαήλ Μήτρας έστειλε μία επιστολή στην εταιρία συγγραφέων στην οποία πρότεινε να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης ως ετήσια γιορτή, στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες.

Η επιστολή έφτασε στα χέρια του τότε προέδρου της εταιρίας Συγγραφέων, του ποιητή Κώστα Στεργιόπουλου, ενώ η 21η Μαρτίου καθιερώθηκε ως ημέρα εορτασμού της, μετά από πρόταση της ποιήτριας Λύντιας Στεφάνου, η οποία πρότεινε την εαρινή ισημερία γιατί, όπως και η ποίηση, συνδυάζει το φως και το σκοτάδι, την αισιοδοξία και το πένθος και παντρεύει τα αντίθετα στο όνομα της Τέχνης.

Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε από εθελοντές το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά, ο πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO και συγγραφέας, Βασίλης Βασιλικός εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού ώστε να ανακηρυχθεί η 21η Μαρτίου Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και την εισήγησή του αυτή υπερψήφισαν σχεδόν όλοι οι πρέσβεις από τις χώρες της Μεσογείου.

Η 21η Μαρτίου, ανακηρύχθηκε επίσημα ως Ημέρα Ποίησης στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, τον Οκτώβριο του 1999. Στο κείμενο της απόφασης αναφέρεται: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση»


Πηγή: iefimerida

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες; Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα; Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;




ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ; 

ΙΧ.

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο
στο χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

Χ

Γιατί σπαράζει ο κύκνος
καθώς λευκός, παρθενικός
τινάζει τα φτερά του
και γράφει τον τελευταίο του στίχο;

(Από την συλλογή Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ, εκδόσεις Ν. Πορεία 2004)

Μήπως γίνονται πουλιά;

Χλόη Κουτσουμπέλη

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

...κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;




ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ᾖρθε ἡ ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.

Ντῖνος Χριστιανόπουλος (1956)