Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Σ' αυτό το μεγάλο καταραμένο κλουβί της Τσεχίας...

Λιθογραφία: Oldřich Kulhánek 
ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΓΟΛΑΝ

Είναι στιγμές που μες στις σκέψεις μας
ζηλεύουμε ακόμα και τους πεθαμένους,
λες και η αιώνια ανυπαρξία τους
είναι μονάχα ένα ξαπόσταμα
σε μια γλυκιά γαλήνη δίχως πόνο,
σε άδυτα λουλουδιών που μαραίνονται...

Όμως αρκεί μόνο ένα ρίγος ηδονής,
όποιας και νά ’ναι,
και πρόθυμα ξαναγυρίζουμε
στις καθημερινές μας ταλαιπωρίες.

Έζησα περισσότερο απ’ όλους τους ποιητές
της γενιάς μου...
Όλοι τους ήταν φίλοι μου.
Τελευταίος πέθανε ο Βλάντιμιρ Γόλαν.
Πώς να μη νιώθω αγωνία;
Είμαι μόνος.

Πρώτος έφυγε ο Γίρζι Βόλκρ,
ήταν νέος και βιαζόταν.
Αχ, τα άμοιρα φιλιά σε στόματα
που καίγανε απ’ τον πυρετό,
φυματικών κοριτσιών σε σανατόριο
στην ακροθαλασσιά.

Ύστερα από χρόνια πεθαίνει ο Γίντρζιχ Γόρζεϊσι,
ήταν ο μεγαλύτερός μας.
Τους στίχους του τους έγραφε σ’ ένα κατάμεστο καφενείο
πάνω σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι
όπως ο στρατιώτης μετά τη μάχη τα γράμματα στην καλή του
πάνω σ’ ένα αναποδογυρισμένο τύμπανο.

Ο Γιόζεφ Γόρα ήταν ο μόνος
που μπορούσε να μιλά στον ενικό στον Φ. Ξ. Σάλντα.
Για μπείτε στον δεντρόκηπό του
όταν αρχίζουν ν' ανθίζουνε οι μηλιές.
Τα συγκινητικά λουλούδια του εύωδιάζουν στον ήλιο
πικραμύγδαλο.

Δεν μας αποχαιρέτησε ούτε ό Φράντισεκ Γάλας,
ο αγαπημένος σύντροφος.
Ήθελε οι στίχοι του να κρώζουν
στ’ αυτιά των ανθρώπων,
όμως καμιά φορά δεν άντεχε
και τραγουδούσε.

Με μια απότομη χειρονομία έφυγε ξαφνικά
ο Κόνσταντιν Μπιμπλ.
Φαίνεται πως νοσταλγούσε την τρυφερότητα
των κοριτσιών της Γιάβας
που είναι σαν ζωντανά λουλούδια
κι ακροπατοϋν αθόρυβα στις μύτες των ποδιών.

Ο Βίτιεζσλαβ Νέζβαλ βλαστημούσε τον θάνατο,
κι αυτός τον εκδικήθηκε.
Όταν απρόσμενα πέθανε το Πάσχα
όπως το είχε ο ίδιος προφητέψει για τον εαυτό του,
έσπασε ένα απ' τα δυνατά κλωνάρια
του δέντρου της ποίησης.

Ούτε που αναλογίστηκε τον θάνατο
ο Φράντισεκ Γρούμπιν.
Στην αρχή δεν υποψιαζόμουν καν πού είχε ανακαλύψει
την καντιλένα των στίχων του,
ενώ εκείνος απλώς αφουγκραζόταν
το χαμογελαστό νερό
στο φράγμα του Σάζαβα.

Ο Γόλαν έσβηνε αργά
και το τηλέφωνο συχνά έπεφτε απ’ το χέρι μου.
Σε αυτό το καταραμένο μεγάλο κλουβί της Τσεχίας
σκορπούσε τα ποιήματά του με περιφρόνηση,
σαν κομμάτια ματωμένο κρέας.
Τα πουλιά όμως φοβόταν.

Ο θάνατος ζητούσε από αυτόν υποταγή,
υποταγή όμως αυτός δεν ήξερε τί σημαίνει
και μέχρι την τελευταία στιγμή
απεγνωσμένα πάλεψε μαζί του.

Ο Άγγελος που του ανασήκωνε τα χέρια,
όταν έχανε τις δυνάμεις του,
καθότανε στην άκρη του κρεβατιού του
κι έκλαιγε.

Jaroslav Seifert, «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης»
εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2003, σελ. 190-192.
Μετ. Κάρολος Τσίζεκ

Πηγή ποιήματος: ποίημα για σένα και Αλωνάκι της Ποίησης

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Σοφία Φίλντιση! Κι είσαι αέρας και γήτεψες τις πληγές μου, και των ματιών τα αίματα τ' απώθεσες στην καρδιά της πρώτης ανεμώνας.



Σοφία Φίλντιση – Χάρισμα

Θα σε χαρίσω στην άνοιξη
απ’ τ’ όνομά σου να δώσει
στα λουλούδια ονόματα,
απ’ των ματιών σου το πράσινο
στους κισσούς φύλλα,
απ’ των ονείρων σου το μάτωμα
καρδιές ολοκόκκινες πάνω στο φουστάνι
απείραχτου κοριτσιού!
Θα σε χαρίσω στην άνοιξη
Εκείνη ξέρει να πολλαπλασιάζει στο άπειρο
την ομορφιά!

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 12, σελ. 38).

Άλλο ένα κομμάτι της νιότης μας, πολυαγαπημένο, έφυγε σήμερα. Σοφία Φίλντιση η συγγραφέας, ποιήτρια και σπουδαία γυναίκα, η αγαπημένη των παιδιών, νοιαζόταν τόσο τη φύση, το περιβάλλον, τους τσιγγάνους, τα παιδιά των μεταναστών. Στο καλό αγαπημένη μας Σοφία! Ελαφρύ το χώμα...

Με λάσπη γήτευε τις πληγές,
ο αέρας,
...
Κι είσαι αέρας
και γήτεψες τις πληγές μου,
και των ματιών τα αίματα
τ' απώθεσες στην καρδιά
της πρώτης ανεμώνας.


*******


Η θάλασσα της νιότης μου,
αγέραστη σήμερα...
Με 'κείνα τα νέρινα δαχτυλίδια της ανάσας σου
κεντίδια στο γαλάζιο της σεντόνι
που πάνω του θ' αγαπηθούνε
το πρωί τα πουλιά...

******

Σσσστ...
Κάποιοι...
κάποιοι σύριζα στις όχτες χτίζουν τείχη,
που τρέμουν καθώς τα μεγέθη τους στα νερά,
μεταθέτουν του ψεύδους τις αντιστάσεις...

*******


Τα παρακάτω τραγούδια σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους της Σοφίας Φίλντιση!

Μαλώνω το βοριά      
 Ρένα Κουμιώτη

Μαλώνω το βοριά που μου σφαλάει
τα μάτια με σκοτάδι κι ερημιά
σκεπάζει ο πατέρας τον Αρίστο
π'ανήξερος κοιμάται και γελά

Πώς να γελάσουνε τα δυο μου χείλη
φαρμάκι παγωνιά χωρίς φωτιά
Πίκρα στην φτώχεια να μην ξαναστείλει
όποιος την πλάση ετούτη κυβερνά

Μαλώνω τη νυχτιά που μου σφαλάει
τα μάτια με σκοτάδι κι ερημιά
Εξύπνησ' ο Αρίστος μας και κλαίει
κι η μάνα μου στον στήθος τον κρατά

Με πανί κλωστή κι αγάπη            
Δήμητρα Γαλάνη

Με πανί κλωστή κι αγάπη
ρούχο φτιάχνω στον εργάτη
κι απ΄την τσόντα που θα μείνει
φουστανάκι στην Ειρήνη
που ξεπάγιασ΄η καημένη
και με κοίταζε θλιμένη
μα δεν βρίσκω την βελώνα
χάθηκε στον αχερώνα.

Φτιάχνω στην νυχτιά κονάκι
θα του βάλω κι ένα τζάκι
να ζεστάνω την Ειρήνη
που στον άνεμο έχει μείνει
που ξεπάγιασ΄η καημένη
και με κοίταζε θλιμμένη
μα δεν βρίσκω μια ανεμώνα
να σκεπάσω τον χειμώνα.

Καρτερώ      
Δήμητρα Γαλάνη

Παίρνω στην παλάμη
φεγγαριού κομμάτι
και το κάνω αδράχτι κι όλο το γυρνώ

Και στην πρώτη γύρα
μου γραψε η μοίρα
ταίρι πως θα βρω , ταίρι πως θα βρω

Και γυρνώ το αδράχτι
κι όλο καρτερώ

κι όλο καρτερώ κι όλο καρτερώ!

Βάζω στην καρδιά μου
Ένα φίλημα σου
λίγο απ'τη μιλιά σου να σε φανταστώ

και γυρνώ το αδράχτι
και μου λέει η μοίρα
ταίρι πως θα βρω , ταίρι πως θα βρω

Στ' απάνω το σκαλί         
 Ρένα Κουμιώτη

Νύχτα καθόμαστε στ’ απάνω το σκαλί,
εσύ να βλέπεις τα δυο μάτια μου να στάνε
κι εγώ στο πόρτο, το καράβι που ’χε ερθεί
κι οι άγκυρές του την καρδιά στα δυο να σπάνε.

Τώρα καθόμαστε σαν τότε στο σκαλί
στράφι που πήγανε τα χρόνια μας να λέμε.
Σε κάθε μπάρκο σβήναμε κι ένα φιλί.
Ζωή, μας γέννησες φτωχούς χωρίς να φταίμε.

Αν μου δίνανε       
Θέμης Ανδρεάδης

Αν μου δίνανε μονάχα
Ένα γέλιο από παιδί
Κι ενός γέρου τη σοφία
άλλη θα 'φτιαχνα τη γη

Και θα γέμιζα τον κόσμο περιστέρια
Και στα σύνορα θα φύτευα παρτέρια

Αν μου δίνανε μονάχα
Στάλα πίστη από τυφλό
Και τα μάτια ενός κουρσάρου
Σ΄όλους θά 'βαζα μυαλό

Και θα γέμιζα τον κόσμο περιστέρια
Και στα σύνορα θα φύτευα παρτέρια

Αν μου δίνανε μονάχα
Ένα χτύπο από καρδιά
Και σημαία ενός πολέμου
Χίλια θά΄ντυνα παιδιά

Και θα γέμιζα τον κόσμο περιστέρια
Και στα σύνορα θα φύτρωναν παρτέρια

Προσμονή      
Δήμητρα Γαλάνη

Βάλε μες στο σπίτι
για παιδί σκαμνί
Και σοφρά για ξένους
κάποιος θα φανεί

Κι άνοιξε την πόρτα
Κατά τον νοτιά
Και τα χελιδόνια
Θα'ρθουνε ξανά

Στρώσε τα στρωσίδια
στο σταμνί δροσιά
Στο κατώφλι αγάπη
Πόνος στην καρδιά

Στον μακρύ γιαλό      
Δήμητρα Γαλάνη

Βάζω εγώ τη βάρκα βάλε τον καημό
βρες ένα λυχνάρι μπούσουλα θα βρω

κι έλα ν΄ανοιχτούμε κόντρα στον καιρό
και ν'αγαπηθούμε στον μακρύ γιαλό

Βάλε εσύ τα μπράτσα να τραβάς κουπί
βάζω την αγάπη κι ένα μου φιλί

Κι έλα ν΄ανοιχτούμε κόντρα στον καιρό
και ν'αγαπηθούμε στον μακρύ γυαλό

Σαν αράξει η βάρκα στον μακρύ γιαλό
σβήσε το λυχνάρι μέσα στον καημό

Και ν΄αγαπηθούμε στον μακρύ γυαλό
με σβηστό λυχνάρι και χωρίς καημό

Μα τώρα φεύγεις      
Τζένη Βάνου

Σ'είχα κρεμάσει
Στο εικονοστάσι
Μ' ελπίδες χίλιες κι άλλη μια
Σ' είχα ξηλώσει
Να μη σε φτάσει
Του ψεύτη κόσμου καμιά ψευτιά

Μα τώρα φεύγεις
Προτού να φέξει
Και πώς ν' αντέξει πες μου η καρδιά
Λειψές οι ελπίδες
Την μια την πήρες
Για φυλαχτό σου στην ερημιά

Σ' είχα ζεστάνει
στου ήλιου το τάσι
Τις κρύες νύχτες να 'χω φωτιά
Κρασί στις χούφτες
Είχα κεράσει
Να πέσει η πίκρα στη λησμονιά

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Осип Мандельштам: "Η ποίηση είναι εξουσία... Και εφόσον σκοτώνουν για χάρη της, τη φοβούνται".


«Ζούμε δίχως να νιώθουμε κάτωθέ μας τη χώρα,
τα λόγια μας στα δέκα βήματα ψυχή δεν τ' ακούει τώρα,
μονάχα του Κρεμλίνου τον βουνίσιο ακούς παντού,
το φονιά και χαλαστή του χωρικού».

Οι επικριτικοί για τον Στάλιν στίχοι που έγραψε ο Οσιπ Μαντελστάμ και είχε την άτυχη έμπνευση να διαβάσει σε στενό κύκλο ομοτέχνων του σήμαναν την θανατική του καταδίκη: Σαν να μην έφτανε αυτό, είχε το θράσος να χαστουκίσει τον Αλεξέι Τολστόι, ο οποίος έσπευσε να παραπονεθεί στον επικεφαλής της σοβιετικής λογοτεχνίας, τον Γκόρκι, απειλώντας να τον αποκλείσει από εκδοτικούς οίκους και δημοσιεύσεις.

Από τους πιο λυρικούς και ταυτόχρονα τραγικούς ρώσους ποιητές των αρχών του 20ού αιώνα, πνεύμα ουμανιστικό και ελεύθερο, ο Οσιπ Μαντελστάμ χαρακτηρίστηκε «εχθρός του λαού» και βίωσε τη σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος. Εξορίστηκε και εκτοπίστηκε, οδηγήθηκε στο κατώφλι της τρέλας, έζησε σε ανέχεια, πέθανε σε στρατόπεδο εργασίας στο Βλαδιβοστόκ.

Τη συγκλονιστική ιστορία του καταγράφει η σύζυγός του Ναντιέζντα στη βιογραφία «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Οσιπ», που θα κυκλοφορήσει αύριο στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», σε μετάφραση από τα ρωσικά της Σταυρούλας Αργυροπούλου και με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη. Πρόκειται για τις αναμνήσεις της από τα τέσσερα τελευταία χρόνια της ζωής του Μαντελστάμ -ξεκινά με την πρώτη του σύλληψη το 1934 και τελειώνει με τον θάνατό του το 1938, την αποκαλούμενη περίοδο του Μεγάλου Τρόμου.

«Αγαπητέ Σούρα! Βρίσκομαι στο Βλαδιβοστόκ/ Βορειοαντολικά Αναμορφωτικά Στρατόπεδα Εργασίας, 11ο παράπηγμα. Μου επιβλήθηκε ποινή 5 ετών για αντεπαναστατική δραστηριότητα από το Ειδικό Διακστήριο. (...) Η υγεία μου είναι σε κακή κατάσταση. Είμαι στο έπακρον εξαντλημένος...». Το τελευταίο γράμμα του ποιητή στον αδελφό του και στη σύζυγό του στάλθηκε τον Οκτώβριο του 1938. Ζητούσε να του στείλουν ρούχα, τρόφιμα και χρήματα, αλλά δεν τα έλαβε ποτέ. Δύο μήνες μετά πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια, σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, ή τύφο κατά την επικρατέστερη εκδοχή.

Η Ναντιέζντα «τριάντα χρόνια αργότερα του έστησε το λαμπρότερο κενοτάφιο που μπορούσε κανείς να φανταστεί γράφοντας το χρονικό "Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας"» σημειώνει ο Α. Βιστωνίτης. «Το χειρόγραφο του βιβλίου στάλθηκε κρυφά στη Δύση κι εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτισμικό, κοινωνικό και πολιτικό σοκ. Στη Σοβιετική Ενωση κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ, με αποτέλεσμα δεκάδες συγγραφείς και διανούμενοι που παρελαύνουν στις σελίδες του, να χάσουν τον ύπνο τους. Ηταν αναπόφευκτο. Κανένα βιβλίο δεν αποκάλυπτε τη μικρότητα, τη δειλία, τη ρουφιανιά και την αθλιότητα ενός διόλου ευκαταφρόνητου μέρους της συντεχνίας των συγγραφέων. Τόσο εκείνων (ή εκείνου) οι οποίοι κατέδωσαν τον Μαντελστάμ στις μυστικές υπηρεσίες όσο και αυτών που από ιδιοτέλεια, φόβο, φιλοτομαρισμό ή απλώς αδιαφορία αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν».

Σ' αυτό το χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου διαβάζουμε για τις εξονυχιστικές έρευνες στο διαμέρισμα του Μαντελστάμ από όπου εξαφανίστηκαν όλα του τα χειρόγραφα, για τα σωματικά βασανιστήρια, το μαρτύριο της αϋπνίας που υπέστη. «Ο ανακριτής θεωρούσε τη συγγραφή ποιημάτων "τρομοκρατική ενέργεια"» αναφέρει η Ναντιέζντα.

Στριμωγμένοι σε ένα βαγόνι για ζώα ασφυκτικά γεμάτο από άλλους κρατουμένους, το ζεύγος μεταφέρθηκε στο Τσερτίν. Στο νοσοκομείο της πόλης ο Μαντελστάμ επιχείρησε να αυτοκτονήσει πηδώντας από το παράθυρο. Οπως περιγράφει η σύντροφός του: «Ο Ο.Μ. κειτόταν στο πάτωμα ενός εντελώς άδειου δωματίου που ονομαζόταν χειρουργείο, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους άντρες που τον κρατούσαν, ενώ η γιατρός τού έβαζε τον ώμο στη θέση του ξεφωνίζοντας βρισιές -αυτές αντικαθιστούσαν το αναισθητικό που ήταν ανύπαρκτο στο νοσοκομείο...».

Πολλές προσωπικότητες παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου: Η Άννα Αχμάτοβα, κορυφαία ποιήτρια του ακμεϊσμού και πιστή φίλη του ζεύγους. Ο Μαξίμ Γκόρκι: «Οταν απευθυνθήκαμε σ' αυτόν με την παράκληση να δώσει στον Μαντελστάμ ένα παντελόνι κι ένα πουλόβερ, ο Γκόρκι διέγραψε τη λέξη "παντελόνι" και είπε "Θα τα καταφέρει και χωρίς αυτό..."». Ο Μπορίς Πάστερνακ και οι αμφιλεγόμενες προσπάθειές του να μεταπείσει τον Στάλιν να επανεξετάσει την υπόθεση του ποιητή. Ο νεότερος ποιητής Κόλια Τίχονοφ, ο οποίος έκρινε τα λογοτεχνικά χειρόγραφα: «Ποιος είναι όμως ο Μαντελστάμ, που δεν υπολογίζει κανέναν, κι από πάνω μας ζητάει σπίτι και δουλειά;».

Γεννημένος στη Ρίγα της Λετονίας το 1891, με γερμανοεβραϊκές ρίζες, ο Όσιπ Μαντελστάμ σπούδασε στο Παρίσι, τη Χαϊδελβέργη, την Πετρούπολη, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη κουλτούρα. Αγαπούσε την παλαιορωσική λογοτεχνία, ενώ «ο Μαρξ τον είχε ελκύσει όταν ήταν γυμνασιόπαιδο -κι εκεί έληξε η υπόθεση». Ταξίδεψε στην Ιταλία και γοητεύτηκε από την «πανανθρώπινη γη» της Μεσογείου που συνδεόταν με την παγκόσμια κουλτούρα. Πίστευε στη νίκη της επανάστασης, απογοητεύτηκε όμως όταν είδε ότι ο ενθουσιασμός έδωσε τη θέση του στην απληστία, στην παρακμή και την αδράνεια.

Εκπρόσωπος του ακμεϊσμού, παραλλήλιζε τον εαυτό του με οικοδόμο που χτίζει στη γη κάτι όμορφο: «Η αίσθηση του κόσμου για τον καλλιτέχνη είναι ταυτοχρόνως όπλο και μέσο, όπως το σφυρί στα χέρια του λιθοξόου, και η μοναδική πραγματικότητα είναι το ίδιο το έργο» έγραφε στην «Αυγή του ακμεϊσμού».

«"Η ποίηση είναι εξουσία" έλεγε ο Ο.Μ. "Και εφόσον σκοτώνουν για χάρη της, τη φοβούνται". Συμπεριφερόταν ως κάτοχος της εξουσίας κι αυτό απλούστατα φιτίλιαζε όσους επιδίωκαν να τον εξοντώσουν» γράφει η σύζυγός του, η οποία σχεδόν ώς το τέλος της ζωής της, το 1980, αναγκαζόταν να μετακινείται σε διαφορετικές πόλεις της Ρωσίας, ζώντας ως δασκάλα ξένων γλωσσών και από ασήμαντες μεταφράσεις που δημοσίευε με ψευδώνυμο.



Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Εκδηλώσεις για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Τις εκδηλώσεις τους για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης προετοιμάζουν η Εταιρεία Συγγραφέων, η Κοινωνία των (δε)κατων και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Μπορεί η ποίηση να έρχεται σε δεύτερη –ή και τρίτη-τέταρτη– μοίρα στα βιβλιοφιλικά έντυπα, όπως παραπονιούνται οι ποιητές, όλοι αναγνωρίζουμε όμως ότι το αρχαιότερο λογοτεχνικό είδος καλλιεργείται αδιαλείπτως και αγαπιέται με πάθος που δεν συναντάμε συχνά στους αναγνώστες της πεζογραφίας. Πολλή ποίηση θα ακούσουμε αυτόν τον μήνα, καθώς πλησιάζει η 21η Μαρτίου, η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Αφιερωμένες στον δεύτερο νομπελίστα μας είναι πολλές από τις εκδηλώσεις, μιας και το 2011 έχει ανακηρυχθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού Ετος Ελύτη. Σημειώστε τις ημερομηνίες:

Παρασκευή 18 Μαρτίου, 7:30 μ.μ. (Café Dasein, Σολωμού 12): Η κάθοδος των βορείων. Ποίηση στο Κουτί – Ενα μεταφυσικό αλφαβητάρι με την Ελσα Κορνέτη και τον Γιώργο Αλισάνογλου (διοργανώνει η Κοινωνία των (δε)κάτων).

Δευτέρα 21 Μαρτίου, 7 μ.μ. (Public Πλατείας Συντάγματος, Αθήνα): Οι Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Βασίλης Βασιλικός, Κική Δημουλά, Ρούλα Κακλαμανάκη, Γιάννης Κοντός, Ανδρέας Μήτσου, Στρατής Πασχάλης, Λύντια Στεφάνου, Ευγενία Φακίνου, Τηλέμαχος Χυτήρης διαβάζουν ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη. Αντίστοιχα στο Public στη στοά Χιρς στη Θεσσαλονίκη, την ίδια μέρα και την ίδια ώρα, ποιήματα του Ελύτη θα διαβάσουν οι: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Θωμάς Κοροβίνης, Ευτυχία Λουκίδου, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Ζωή Σαμαρά, Γιώργος Σκαμπαρδώνης και την ανάγνωση θα συντονίσει ο Σταύρος Ζαφειρίου. (Διοργανώνουν η Εταιρεία Συγγραφέων σε συνεργασία με το ΕΚΕΒΙ).

Δευτέρα 21 Μαρτίου, 8 μ.μ. (Café Floral, Πλατεία Εξαρχείων): «30 έως 30». Νέοι ποιητές διαμορφώνουν ένα τοπίο της νέας ποίησης και διαβάζουν από το έργο τους. Θα μιλήσει η Τιτίκα Δημητρούλια (Διοργανώνει η Κοινωνία των (δε)κατων).

Δευτέρα 21 Μαρτίου, 9:30 μ.μ. (Café Floral, Πλατεία Εξαρχείων): Μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων και της Κοινωνίας των (δε)κατων διαβάζουν ποιήματά τους.

Πέμπτη 31 Μαρτίου, 8 μ.μ. (Ελληνοαμερικανική Ένωση): Εκδήλωση με θέμα «Η ποίηση στην Κοινωνία των (δε)κατων». Θα παρουσιαστούν οι συλλογές ποίησης των Μαχμούντ Νταρουίς, Τσαρλς Σίμικ, Πάνου Καπώνη και Βασίλη Μαραγκού. Θα μιλήσουν: Παντελής Απέργης, Γιώργος Μπλάνας, Χρύσα Σπυροπούλου, Στρατής Χαβιαράς.

Το ΕΚΕΒΙ φροντίζει στίχοι του Ελύτη να ταξιδέψουν με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στη Μυτιλήνη, στη Ρόδο και σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας και σύντομα θα ανακοινώσει λεπτομέρειες και για τις ποιητικές βραδιές που διοργανώνει σε συνεργασία με βιβλιοθήκες της επαρχίας.



Πηγή: Το Βήμα