Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν




Τα ποιήματα στο δρόμο

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
     Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
     Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
     Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
     Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
     Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
     Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
     Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο. 

Χουλιαράς Νίκος
(από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998) 

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπι και οι βιβλιοκριτικές φιλοφρονήσεις...



Η υπεράσπιση της Ποίησης! Ένα θαυμάσιο κείμενο από τον Κ.Κουτσουρέλη για την μάστιγα των ποιητικών εκδόσεων που πνίγει μέσα στο χάος της μετριότητας και τους ταλαντούχους. Το πρόβλημα δεν είναι όμως στους δυστυχείς που θεωρούν ότι γράφουν ποίηση. Το πρόβλημα είναι στους εκδότες που επειδή πληρώνονται εκδίδουν ανεξέλεγκτα, αλλά και στην διαπλοκή των σχέσεων εκδοτών και καταξιωμένων ήδη ποιητών από τους αναγνώστες, που τους υποχρεώνει να παρουσιάζουν πάντα κολακευτικά, στιχάκια που ούτε καν θα διάβαζαν, αν δεν ήταν υποχρεωμένοι.


________________________________________


Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπι

Η πλειονότητα των συλλογών που εκδίδονται μαρτυρούν προσπάθειες του ποδαριού, οι δε βιβλιοκριτικές θυμίζουν φιλοφρονήσεις
Του Κώστα Κουτσουρέλη*

Με μισή χιλιάδα συλλογές κάθε χρόνο, με πλήθος ειδικά περιοδικά, έντυπα και δικτυακά, με εκδηλώσεις και δημόσιες αναγνώσεις ων αριθμός ουκ έστι, η ελληνική ποίηση σήμερα μοιάζει τερέν αχανές και αχαρτογράφητο. Ποιος γίνεται να ισχυριστεί ότι έχει εποπτεία;

Κείμενα κριτικά που να τη συζητούν ως όλο, με πρόθεση συνθετική, λείπουν περίπου παντελώς.

Παλιές διακρίσεις του συρμού, όπως το αρμάθιασμα των ποιητών ανά γενιές ή δεκαετίες, απ’ το πολύ της χρήσεως έχουν ξεπέσει. Η βιβλιοκριτική, όταν την καταδέχεται, είναι σποραδική, ευκαιριακή, αμέθοδη. Τις περισσότερες φορές μοιάζει με φιλοφρόνηση ή δελτίο Τύπου.

Μες σ’ όλα αυτά, υπάρχει ωστόσο κάτι που καθιστά τον προσανατολισμό εφικτό. Ενα στοιχείο ευεργετικό, που ξεθολώνει άρδην την εικόνα και ξεδιπλώνει εμπρός στα μάτια μας ένα τοπίο διαυγές, σαφές, προσδιορισμένο. Αυτό το κάτι είναι ο ντιλεταντισμός! (ερασιτεχνική απασχόληση με την Τέχνη)

Στη συγκινητική τους πλειονότητα, τα ποιήματα που βλέπουν σήμερα το φως είναι τόσο άτεχνα, τόσο του ποδαριού, προδίδουν τέτοια άγνοια για τα βασικά, που ενίοτε περνούν για φάρσα ή σαρδόνιο χιούμορ. Ωστόσο όχι, δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με παρωδία. Τα έργα αυτά κυκλοφορούν από εκδότες ευυπόληπτους, προβάλλονται, επαινούνται. «Ποτέ στα σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά», λέει κάπου ο Βαγενάς, «δεν δημοσιεύονταν αναλογικά τόσοι ασήμαντοι στίχοι όσοι σήμερα - καμία σοβαρή εφημερίδα δεν θα αφιέρωνε -όπως στις μέρες μας- μιαν ολόκληρη σελίδα για να παρουσιάσει, ως ποιητικά σημαντικές, στιχουργικές ενασχολήσεις ερασιτεχνών»...

Ο ντιλεταντισμός δεν είναι εξαίρεση, μια ακόμη νοσηρότητα από τις πολλές. Είναι ο σφυγμός, η βαθύτερη ουσία της ποίησής μας σήμερα. Διαπλάθει αναγνώστες, επηρεάζει εγκεφάλους, διαπαιδαγωγεί. Κάνει την ελαφρότητα ντεκόρ που κυριαρχεί. Μες στη φαιδρότητά του, κάθε τι σοβαρό βαπτίζεται σχολαστικό, κάθε τι απαιτητικό προσγράφεται ασυζητητί στην πλήξη. Αν τον καιρό του Αχιλλέα Παράσχου έπρεπε να ’σουν φαφλατάς, σήμερα αν θέλεις καν να σε ονομάζουν ποιητή, οφείλεις να ’σαι ντιλετάντης.

Ο ντιλετάντης είναι πανταχού παρών. Το πλήρες του εγώ πληροί τα πάντα. Νόημα της τέχνης, καλαισθητική φιλοδοξία, σκοπός; κινέζικα στα μάτια του... Γι’ αυτόν προέχει «να εκφραστεί», να εκτονωθεί, να μας μιλήσει για όλα αυτά που τον σκοτίζουν. Η ποίηση γι’ αυτόν είναι φυγή, είναι «απόδραση», «μας ταξιδεύει». Αλλιώς, μια κούρα ή ένα σαφάρι εμπειριών, που έχει πάντως το προσόν να μη στοιχίζει.

Ο ντιλετάντης είναι ασυμβίβαστος. Κατά κανόνα αγνοεί το έργο των συγχρόνων του, μάλιστα επαίρεται γι’ αυτό. Ακόμη και τους μέγιστους Νεκρούς τους αποφεύγει. Η λογοτεχνική του κατάρτιση είναι θεμελιωμένη ακλόνητα στα εφηβικά του ξεφυλλίσματα. Στα έργα του πενηντάρη σήμερα, βλέπει κανείς -πόσο έντιμο! - τι διάβαζε όταν ήταν στα θρανία.

Ο ντιλετάντης είναι πρωτοπόρος. Δηλώνει αναφανδόν μοντέρνος. Από τα χούγια των νεωτερικών, απ’ τον ερμητισμό, τη σκοτεινότητά τους, καταλαβαίνει ένα κυρίως: ότι έχει την άδεια να κάνει ό, τι του αρέσει. Ο πεπρωμένος στίχος του είναι ασφαλώς ο «ελεύθερος» - όσο πιο λάσκα ρέει και πιο χαλαρά, τόσο πιο αυθόρμητος ακούγεται και ωραίος.

Ο ντιλετάντης είναι αυθεντικός. Η έμπνευση τον πιάνει απ’ τον λαιμό έτσι φορτικά, ώστε ποτέ δεν της προτάσσει αντίσταση. Αν του κουνήσεις ένα κόμμα ή ένα «και», το νιώθει εχθρική εισβολή. Ο ξαναδουλεμένος στίχος είναι για κείνον ψεύτικος, σημείο νοθείας. Η ποίηση όλη οφείλει να αναπηδά ακατέργαστη απ’ το αίσθημα, ο ποιητής να είναι online με τη Μούσα.

Ο ντιλετάντης είναι οπαδός. Τα ίδια τα έργα ελάχιστα τον νοιάζουν. Οι ήρωες που μαρτύρησαν για να τα φτιάξουν, μ’ αυτούς ταυτίζεται, αυτοί είναι που λατρεύει, οι αποσυνάγωγοι, οι σαλοί, οι αυτόχειρες: ο Καρυωτάκης και η Σύλβια Πλαθ, η Κατερίνα Γώγου, ο Λάγιος, ο Καρούζος, ο Μπουκόφσκι, όλοι όσοι ακούγεται ότι πόνεσαν πολύ. Γιατί και ο ίδιος ξέρει από πόνο...

Στα θέματά του ο ντιλετάντης ιδιωτεύει. Πάνω στη φούρια του να εξομολογηθεί, ποτέ του δεν αναρωτιέται τι και πώς, σε ποιον εντέλει απευθύνεται - του αρκεί ο καθρέφτης. Στις συναναστροφές του, αντίθετα, είναι κοινωνικός. Συχνάζει μ’ άλλους ντιλετάντες σε καφέ, σε μπαρ, σε ποιητικά εργαστήρια. Δημοσιεύει σε όλα τα έντυπα ή τα μπλογκ, γράφει για όλους και όλες, πάει, μιλάει παντού. Κι οι άλλοι όλοι του το ανταποδίδουν.

Εννιά στις δέκα, είναι αισθηματίας. Ο Ελύτης και η Δημουλά, η Πολυδούρη, ο Χριστιανόπουλος, ο Τάσος Λειβαδίτης είναι οι αγαπημένοι του, και ουδέποτε χάνει ευκαιρία να τους διασύρει. Αραιά και πού είναι λόγιος. Ομως τότε του δίνει και καταλαβαίνει: τα στιχουργήματά του είναι γεμάτα αφορισμούς, αξιώματα ποιητικής, κατεβατά διακειμενικά, τσιτάτα - κοπιάρει από παντού ασταμάτητα. Οσοι τολμήσουν δε να του το πουν, τους κατακεραυνώνει: «mature poets steal»! (Που λέει κι ο Ελιοτ...).

Ο ντιλετάντης έχει αυτογνωσία. Οσάκις ερωτάται «τι είναι ποίηση» θεωρεί καθήκον του να μην εκφέρει τίποτε υποδεέστερο από ένα: «Η Ποίηση είναι η γλώσσα του ύψιστου υπερβατικού...». Ή ένα: «Η Ποίηση είναι η μόνη έκφραση του μόνου Εγώ». Και σ’ όσους τον κοιτάξουν δύσπιστοι, τους απαντά επιτιμητικά - με τη στραβή ματιά του μυημένου.

Στη στάση του έναντι του κοινού ο ντιλετάντης είναι τσεκουράτος. Φωνάζει παραστάτη του τον Χαίλντερλιν και στηλιτεύει τον «μικρόψυχο καιρό».

Οι αναγνώστες σήμερα; Είναι απαράδεκτοι, βάρβαροι, όχλος! Α, η αμορφωσιά, το επίπεδο, οι εκδότες, τα μπεστ-σέλερ...

Πολιτικά ο ντιλετάντης είναι καθωσπρέπει. Κοσμοπολίτης απ’ την κούνια του, βδελύσσεται τη βαλκάνια επαρχία που του έλαχε. Σείει τον δείκτη του προτεταμένο όταν μιλούν για ελληνικότητες και τέτοια. Νοιάζεται για τους μετανάστες, τους φτωχούς, το κλίμα που παραζεσταίνεται, τα gender studies. Τα ποιήματά του διανθίζονται μ’ ευχές ειρήνης απ’ τους Μπητλς ή από τον Γκάντι.

Με μία λέξη, ο ντιλετάντης μας είναι ευτυχής. Ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τη χώρα ή τη στιγμή όπου ζει, μες στην ανέμελή του αυτάρκεια δεν ξέρει από ευθύνες. Εναντι αυτών που τον διαβάζουν, λ. χ. Ή έναντι μιας παράδοσης ποιητικής αιώνων. Ή, έστω, της γλώσσας όπου γράφει. Αυτός κάνει το χόμπι του επιτέλους! Δεν ξέρει καν ότι παρασιτεί. Αλλά και να το γνώριζε, γιατί να ενδιαφερθεί; Ο ντιλετάντης δεν λογοδοτεί· γι’ αυτό είναι ντιλετάντης.

*Ο κ. Κ. Κουτσουρέλης είναι ποιητής

Το άρθρο εδώ

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Λίνα Φυτιλή




Πού πάνε οι λέξεις όταν κρύβονται;

Ιδού ο ασκός, απ’ όπου βγαίνουν οι λέξεις: τον ανοίγεις επιλεκτικά, μια κίνηση και ξεπετάγονται, φτου ξελευτερία και σαν δραπέτες ορμούν έξω. Λέξεις που ελευθερώνονται, εκεί που δεν το περιμένεις.  Όταν τις βλέπεις, έρχονται καταπάνω σου και ξεχνάς όλα τα υπόλοιπα: τις φωνές, τις συνήθειες των διπλανών, το υβρεολόγιο της φασαρίας.

Γιατί κάθε λέξη είναι ένα σώμα, στο οποίο πρέπει να αφεθείς με λατρεία. 

Λέξεις: σώματα αγαπημένα. Όταν τις αγκαλιάσεις, τις χαϊδέψεις, τις βάλεις στη σειρά, τακτοποιούνται οι έννοιες, τα νοήματα, η γραμματική των αισθημάτων.

Στην επιδερμίδα τους αγγίζεις τις πιο τρυφερές αυταπάτες. Κι οι πληγές χάνονται. Επειδή οι λέξεις επουλώνουν τον κόσμο, γκρεμίζοντας και ξαναφτιάχνοντάς τον. 

Χρειάζεται μια στιγμή δημιουργικής ελευθερίας. Μια ματιά αθωότητας.

«Πού πάνε οι λέξεις όταν κρύβονται;», σκέφτεσαι στα διαστήματα που μεσολαβούν σιωπές, φορτίζοντας περισσότερο τις ιστορίες που θα γεννηθούν. Πού πάνε;

Μέσα σου βρίσκονται, μην κάνεις πως δεν το ξέρεις. Κοιμούνται, ονειρεύονται, ξυπνούν. Παίρνουν το χρόνο τους.

Αναπάντεχα αποφασίζουν να πετάξουν σαν χάρτινα πουλιά, δραπέτες κρυφοί που ψάχνουν καταφύγιο σε μια άγραφη σελίδα.

Λίνα Φυτιλή

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ποιητής παραφρονεί και γράφει




Ο ποιητής παραφρονεί και γράφει:

Ανάγνωσμα πρώτο:

Η ομολογία

Σας εξαπάτησα, μην έχετε αμφιβολία. Χρησιμοποίησα επιτηδευμένη ευαισθησία και άψογη τεχνική.
Ομολογώ.
Φυσικά η ομολογία μου δεν υποκρύπτει διάθεση μετανοίας. Κάθε άλλο. Είναι ενταγμένη στο αρχικό σχέδιο της εκδίκησης.
Ναι, ναι, ήθελα να σας εκδικηθώ για τη δική μου δυστυχία. Ιδιαίτερα για τον οίκτο σας.
Ξέρετε ο οίκτος είναι το χειρότερο συναίσθημα που προσφέρεται μόνον στους εχθρούς μας. Εσείς το «χαρίσατε» σε μένα.
Μετέτρεψα τον οίκτο σας σε θαυμασμό. Ενίοτε σας υπέβαλα και στο μαρτύριο της ψυχικής διέγερσης. Άγγιξα μελετημένα τις πιο ευαίσθητες χορδές σας. Έγραψα ποιήματα δακρύων για να σας ιδώ παγιδευμένους στη συγκίνηση. Τώρα κρυφά γελώ κι ομολογώ:
Σας εξαπάτησα.

Υ.Γ1. Δαίμων εισήλθε εις την γραφή αφαιρώντας από παντού την ποίηση.

Υ.Γ2. Πηγές που γνωρίζουν καλά τον ποιητή διαψεύδουν την παραφροσύνη του. «Είναι η ωμή αλήθεια», βεβαιώνουν.

Βαγγέλης Φίλος

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Διογένης Γαλήνης , Ποιήματα



Ο Διογένης Γαλήνης στη Βομβάη 1978


1 ) ΄Εφυγε ο ποιητής Κώστας Κομπόστας

Σήμερα το πρωί στις 09 και 45
στην οδό Ποιητικού Υπονόμου 14
συνάντησα τον ποιητή
Κωνσταντίνο Κώστα του Κωνσταντίνου
και μου είπε :
Διογένη πριν από λίγο
έμαθα πως πέθανε
ο
ποιητής Κώστας Κομπόστας

Κατάλαβες

Θα γράψουν πως
'' Εφυγε '' ο ποιητής
'' Πέθανε '' ο ποιητής
'' Ταξίδεψε '' ο ποιητής
κ.ο.κ .

Σε ποια συμμορία 
ανήκε
ο
ποιητής
δεν
θα
το
πούνε
και δεν θα το γράψουν ποτέ 


14 . 9 . 2012


2 ) Είσαι μεγάλος ποιητής


Είσαι μεγάλος ποιητής

Είσαι μεγάλος ποιητής

Είσαι μεγάλος ποιητής
έλεγαν
οι
φίλοι 
του
στον
ποιητή

και αυτός
φουντάρισε
απ' το παράθυρο
της ταβέρνας

επειδή
ήταν
μεγάλος ποιητής ...

13 . 9 . 2012


3 ) Ο πολιτικός ήταν ψυχοπαθής , ο ποιητής μπουρδολόγος ,
ο δικηγόρος απατεώνας , 
ο εισαγγελέας χασμουριότανε στην έδρα 
και η νύχτα γελούσε . 


4 ) 23% το σουβλάκι
έχω και απόδειξη

23% η μπύρα

23% το κατούρημα
στα δημόσια   

ου
ρη
τή
ρι
α

23% να είναι οι ώρες σας στο Kostoul - istan 



5 ) Η ΄Ανοιξη βομβαρδισμένη
απ' τα έγχρωμα κουνούπια του Demerara

Ο ΄Ηλιος διαβάζει ποιητικά
περιττώματα στη Σόλωνος

Οι διανόηση χειροκροτεί
υποτακτικές κυβερνήσεις

και

η ποιητική νομενκλατούρα
θ' αποφανθεί :

Διογένη Γαλήνη
δεν είσαι ποιητής

21.5.2012


6 ) Ο ποιητής       κω
κο κο κο κο κο

στο
κοτέτσι

της
οδου

του 
Σολ ... 


21.12.2011 



7 ) Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε : Διογένη μη τους διαβάζεις 

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωσταντίνου μου είπε  : Διογένη μη τους διαβάζεις

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε  : Διογένη μη τους διαβάζεις

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε: Διογένη μη τους διαβάζεις

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κώστας του Κωνσταντίνου μου είπε : Διογένη μη τους διαβάζεις


και συ , αναγνώστη , να μη τους διαβάζεις ...
και συ , αναγνώστη , να μη τους διαβάζεις ...



8 ) Οι ποιητές των ποιητών δεν ήταν ποιητές
 

Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα
την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και
χειρονόμα όπως εγώ με δίχως χέρια
δίχως ασπίδα δίχως αύριο


ΛΕΦΤΕΡΗΣ  ΠΟΥΛΙΟΣ



΄Οταν η νύχτα
γεννάει
νύχτα
και
το
μηδέν
παράγει
μηδενικά
σε
ρείθρο
της
Σόλωνος
αποστεωμένη
ποίηση
τραγουδάει
και
Ο
Χαρούλης
Βραβεύει
Κωστάκη
Ο Κωστάκης
Βραβεύει
Κικίτσα
Η Κικίτσα
Βραβεύει
Αντώνη
Ο Αντώνης
Βραβεύει
Θανάση
Ο Θανάσης
Βραβεύει
Γιάννη
Λευτέρη
Γιώργο
κου λου που
κου λου που
και 
η 
ποίηση
αγάπη 
μου
με τόσο
γλείψιμο
γλίστρησε
έξω
από
τη 
ρίμα 

15-8-2011


9 ) Mazatlan


Στο Bolero
ένας χαφιές
πίνει τσάι
στο Porto Viejo
το κύμα
πνίγει μια
μποτίλια
και στο Zorbas
o ήλιος
χορεύει
Ζειμπέκικο .
En el Bolero
un rufian
esta tomando the
en el Puerto Viejo
la ola
ahoga una
botella
en el Zorbas
el Sol
baila
Zειμπέκικο .


22.5.2010


10 ) Το χασμουρητό του ποιητικού συνδικάτου

 ΄Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει ,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του ,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου ,
τα '' έγκριτα '' λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθ' όλα κριτικοί
προσεύχοντε στο μηδέν ,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους , 
ταίζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα ,
στη Γρενάδα , στο Μάλι .
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο ,
το κέρμα της δόξας ,
του διαδικτύου την αναγνώριση ,
παραποιούν στίχους ,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους ,
μέσα απ' τα κελιά τους
γράφουν
για τ' απέραντο γαλάζιο ,
για έρωτες , κοχύλια ,
επαναστάσεις , πεταλούδες , θεωρείες 
θεωρήματα , τάσεις , υπερτάσεις ,
παραστάσεις ,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους ,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε ,
για ένα επαίτη 
που είδαν μέσα απ' τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα ,
την άγια νύκτα ,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ ,
ποτέ ,
ποτέ
για το χασμουρητό τους .

21.02.08 



11 )΄Οταν
η
παράλυτη
πολιτεία
σε
προκαλεί
σκοτωσέ
τη .

Τα ποιήματα του Διογένη Γαλήνη
δεν υπάρχουν σε λογοτεχνικά ...
περιοδικά ...




Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Διονύσης Μαρίνος

Ημερολόγιο ενός αδέσποτου σκύλου


Μπορείς με λίγη ποίηση και με πολλή
Μπορείς να μετρήσεις τα στήθη του πρωινού
Κάτω από λιπόσαρκα πουκάμισα χλεύης
Μπορείς στα αλήθεια να αγάλλεσαι
Με τις αποδημίες του ανέμου
Στο στόμα
Κι ένας γκρεμός μπορεί
Το μέτωπό σου να παραφυλάξει
Ήσυχα καθώς το λύγισμα των λέξεων
Θα μοιάζει υποφερτό

Μπορείς με λίγη ποίηση και με πολλή
Να αντέξεις τη φωτογένεια του δρεπανιού
Να σου μοιάζει στον καθρέφτη
Διονύσης Μαρίνος

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Η επαλήθευση, Γιάννης Σκληβανιώτης

Η επαλήθευση

Η επαλήθευση της ορθότητας του μέτρου
διαπιστώνεται
ή με τα μαθηματικά των αυγινών ήχων
των φτερωτών
ή με το μήκος της σκιάς δωρικής κολώνας
που γράφει στη θάλασσα σελήνη Αυγούστου 
ή στην ιδανικότερη περίπτωση
με την άνευ προσχημάτων ενεργοποίηση
των δακρυγόνων αδένων από αύρα προσώπου


Γιάννης Σκληβανιώτης

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Μα η μάνα μου φοβότανε ότι θα γίνω ποιητής. Και μου ’σπασε τα χέρια.


Ο ΓΡΑΦΙΑΣ - Η μάνα μου φοβότανε... 

 Κείμενο σε πορφυρό ιλίγγου. Ο Γραφιάς θυμάται τα της γεννήσεώς του, τα παιδικά του χρόνια και τα προφητικά όνειρα που επισκέπτονταν τότε τον ύπνο του. Θυμάται επίσης (και κυρίως) τη σχέση του με τη μητέρα του. 

 Η μάνα μου φοβότανε μην απολέσει δια παντός της παρθενιάς της τα λειριά. Νοίκιασε ξένη μήτρα κι εδέησα να γεννηθώ πάνω σε κάτι βράχια. Γύρω-τριγύρω ‘‘φου’’ πολλά σαν χλοερά καυσαέρια, σαν στοιχεία καλολογικά. Όπου τσαλακωνόταν ο θεός, κατέρχονταν μηδίζουσες πολίχνες. Στο παρακάτω το σκαλί – να σου κι ο Πολυδεύκης. «Πού σε πετάξαν, άμοιρε;» γυρνάει και μου λέει. «Σε περιμένουν μύρια». Μα η μάνα μου φοβότανε, μ’ έκρυψε στο βρακί της. Είχε για μένα σχέδια. Μ’ ήθελε νοικοκύρη. Ν’ αράζω στο μπαλκόνι κάθε απόγευμα μ’ ένα φραπέ στο χέρι. 
Η μάνα μου φοβότανε, γιατί δεν είχα βράγχια. Πούλησε τρία στρέμματα, μου αγόρασε μπρατσάκια, στις παραλίες του ΕΟΤ ήλεκτρον να μαζεύω. Βουτάω στις έξι το πρωί και βγαίνω ματωμένος. Βουτάω ξανά στις δώδεκα και βγαίνω παλικάρι. Μα η μάνα μου φοβότανε που άσπρισε η γαστέρα της σαν λερωμένο γένι. Μ’ έστειλε πάλι πίσω. Ν’ αναδυθώ ως νήπιο, με νόμισμα στο στόμα. Να μη χρωστάω στο θάνατο – της Μιχαλούς μονάχα. 
Η μάνα μου φοβότανε, πουρνό-πουρνό μ' ασφάλισε στο ΙΚΑ. Όλο και κάποιον σφάζανε οι χίτες κι οι αντάρτες. Χρόνια πολλά ο πατέρας μου σ’ ένα άλλο ξερονήσι, που το ’χε στην Οδύσσεια – στους χάρτες το ’χαν σβήσει. Ύστερα τον κεντρίζανε στο σβέρκο να υπογράψει. «Ξέρεις», μου λέει στον ύπνο μου, «πρόσεχε πού θα βάζεις την πούτσα και την τζίφρα σου». Ξυπνάω αλαφιασμένος. Ανάμεσα στα σκέλια μου – σαν κέρατο στραβό ένα πράμα. Μα η μάνα μου φοβότανε τις παλιοσουρλουλούδες και δώδεκα ενιαυτούς μ’ έπαιρνε στο κρεβάτι της. «Όταν ζυγώσει ο καιρός τα μάτια σου να βγάλεις, μην πας από τον Κολωνό», αρχίζει τις σοφίες. «Σκαρφάλωσε στη φασολιά και φτάσε στα ουράνια». 
Η μάνα μου φοβότανε, γιατί ήμουν ασχημούλης και δεν το ’ξερα. Αφού δεν είχα τη θωριά, έπρεπε να ’χω προίκα. Κάτι πευκάκια έκαψε, μου ’χτισε ένα σπίτι και για να μην κουράζομαι, μου πήρε και βαρκούλα. «Να τη φωνάζεις Μαριγώ, να την κοιτάς στα μάτια». Όμως εγώ από μικρός χάζευα αλλού – στα μέρη τα υπέργεια των Καβείρων. Ζητούσα να εξιχνιαστούν τα χνώτα της ζωής μου. Ώσπου, εξεπιτούτου, με καλέσανε οι ίδιοι. Να πάω να δω από κοντά και να πιστέψω. Δεν θα ’φευγα δια παντός, στα ψέματα θα το ’κανα, να ’χουν μετά να με θυμούνται απροκάλυπτα. Μα η μάνα μου φοβότανε τα μέσα μου τα φίδια, που αλλού τα λένε “ξενιτιά” κι αλλού “πρόθυμη λήθη”. Κι εκεί που ψέλνω τεριρέμ, τα μέσα ερπετά να ελευθερώσω, όπως τραβούν τον χαρταετό, έτσι με φέρνει πίσω. 
Η μάνα μου φοβότανε σαν έμαθα να γράφω. Μου στέλνει τον Αλάριχο και κάποιον Φαναριώτη. Ένας παπάς λίγο πιο κει σαν γάτα μαγαρίζει, τσαλαβουτάει στα ράσα του, πνίγει αλκυονίδες. Κι από κοντά, κι από κοντά, τους έχει και τους σαλαγάει καταπάνω μου σαν δόντι ένα πλάσμα, τραπεζίτης. Φωνάζω – «Έλα, Ζέφυρε, εδώ κακοφορμίζω». Μα η μάνα μου φοβότανε ότι θα γίνω ποιητής. Και μου ’σπασε τα χέρια. 

 /Απόσπασμα από την υπό έκδοση σύνθεση "Ο Γραφιάς"/

Πάνος Σταθόγιαννης

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Ο αληθής ποιητής

Ο αληθής ποιητής πρέπει να ομοιάζη την δρυν, ήτις όσον υψηλότερα αίρει την κεφαλήν προς τον ουρανόν, τόσον βαθύτερον βυθίζει την ρίζαν εις την γην. 

 Εμμανουήλ Ροΐδης «Ανέκδοτοι σκέψεις». Άπαντα, Ε΄. Ερμής, 1978. 367.