Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Κρατούσα την πένα στο χέρι μου κι’ όπου έβρισκα ήλιο, βουτούσα την άκρη της κι έγραφα στίχους.


Κυριακή

Ήμουν ντυμένος όμορφα σήμερα.
Βγήκα πρωί, διπλωμένος με την
ψυχή σου στην πόλη. Ήμουνα κι’ όμορφος.
Είχα λουστεί χτες βράδυ με τη
μουσική της φωνής σου –
Κρατούσα
την πένα στο χέρι μου κι’ όπου
έβρισκα ήλιο, βουτούσα την άκρη της
κι έγραφα στίχους.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Παιχνίδια με τα χρώματα

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Εσύ δεν μάς έδωσες τον κόσμο για να τον απολαύσουμε, Εσύ μάς τον πρόσφερες για να τον κάνουμε λέξη...



ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Κύριε, τι ανταμοιβή θα δώσεις σε μάς τους ποιητές;
Κοίτα, δεν έχουμε τίποτα, ούτε καν δική μας ζωή·
είμαστε οι αγγελιοφόροι σε κάτι που δεν καταλαβαίνουμε.
Το κορμί μας το καίει μια φλόγα ουράνια·
αν παρατηρούμε, είναι μόνο για να το βγάλουμε σε φωνή.

Δεν μπορούμε να κόψουμε ούτε λουλούδι από ένα φράχτη
για να είναι δικό μας και τίποτ' άλλο παρά δικό μας,
ούτε να κρατηθούμε ήρεμοι εν μέσω των πραγμάτων,
χωρίς σκέψη, να τα απολαύσουμε στην παρουσία τους μόνο.
Ποτέ δεν θα ξέρουμε πώς είναι πραγματικά τα βράδια,
ελευθερωμένη απ' την αγωνία μας η γυμνή ομορφιά τους·
ποτέ δε θα γνωρίσουμε αυτό που είναι μια γυναίκα
στα βαθιά δάση της, όπου πρέπει να μπεις σιωπηλός.
Εσύ δεν μάς έδωσες τον κόσμο για να τον απολαύσουμε,
Εσύ μάς τον πρόσφερες για να τον κάνουμε λέξη.
Και κατόπιν για να έχει η γη φωνή μέσα από μάς
απομείναμε χωρίς αυτήν, με μόνη τη μεγαλοψυχία...

Ήδη βλέπεις ότι μέσα από μάς έχει ήχο η ζωή,
ακριβώς όπως γίνεται απ' τις πέτρες το κρύσταλλο του ποταμού.
Εσύ δεν έφτιαξες τη Δημιουργία σου για να τη βυθίσεις στη σιωπή,
στη σιωπή που δραπετεύει ενός κόσμου που μοχθεί·
για να την ζήσει μόνο, χωρίς να σταματήσει να την παρατηρεί...
Γι αυτό μάς έχεις βάλει στην άκρη του δρόμου
με τη μόνη υποχρέωση να κραυγάζουμε έκθαμβοι.
Σε μας αναπαύεται των ανθρώπων η βιάση.
Γιατί, αν δεν υπήρχαμε, για ποιον θα ήταν τόσα πολλά πράγματα
ανώφελα και όμορφα, που ο Θεός δημιούργησε,
τόσα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, και τόσα άκαρπα δέντρα,
και τόσα λουλούδια, και τόσα πουλιά περιπλανώμενα;
Μόνο εμείς νιώθουμε το δώρο σου
και σ' ευγνωμονούμε γι αυτό με φωνές έκστασης.
Εσύ χαμογελάς, Κύριε, νιώθοντας ξεπληρωμένος
με την σύνθλιψή μας από δέος και θαυμασμό.

Αυτό που μάς εξυψώνει μπορεί να είναι δικό σου μόνο.
Μόνο εκείνος που μας δημιούργησε μπορεί να μάς καταστρέψει έτσι
στην αγκαλιά μιας φλόγας τόσο σκληρής και μαγευτικής.

Εσύ που φροντίζεις τα πουλιά που μεταφέρουν το μήνυμά σου,
σώσε στον θάνατο τις κουρασμένες καρδιές μας,
Δώσε τους ειρήνη, αυτή την ειρήνη που στη ζωή τους αρνήθηκες,
Σβήσ' τους τις οδυνηρές, αδυσώπητες σκέψεις.
Εσύ θα μάς δώσεις σε Σένα το Όλο που αναζητάμε·
θα δοθείς σε μάς τους ίδιους, αφού θα σ' έχουμε
για μάς μονο, κι όχι για να σε υμνούμε.

Jose Maria Valverde (1926-1996)
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
Φωτό: Yaşar Koç

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

...το ποίημα που σκοτώνει ακαριαία από το πρώτο άκουσμα ή με το βαρύ ποίημα που δηλητηριάζει αργά το ποίημα που τσακίζει τα κόκαλα το ποίημα που γκρεμίζει τα σπίτια το εξανθηματικό ποίημα...


Το ποίημα που σκοτώνει

Ω Θεέ μου, πού είναι εκείνοι οι καιροί οι θαυμάσιοι
όπου οι κλέφτες οι μπάσταρδοι κι οι εμπρηστές
εκτελούντο πάνω στη δημόσια πλατεία
δια της απλής αναγνώσεως ενός ποιήματος;

Το πλήθος πλησίαζε στ' αυτιά τους στους κροτάφους τους
στους λαιμούς τους στα στόματά τους στα ρουθούνια τους
κι άρχιζε ν' απαγγέλλει σοβαρά κι επιβλητικά κι άρχιζε
να ουρλιάζει με μια φωνή το ύστατο ποίημα

το ποίημα που σκοτώνει δια της πείνας
το ποίημα με χιλιάδες στίχους
του οποίου η απαγγελία διαρκεί τριάντα ημέρες
διάστημα κατά το οποίο οι κλέφτες οι μπάσταρδοι κι οι εμπρηστές
όφειλαν να μείνουν σε στάση προσοχής
με τα μάτια άγρυπνα
και οι περιπλανώμενοι εκτελούνταν πιο γρήγορα
χάρις στο ποίημα που σκοτώνει πιο γρήγορα
το ποίημα που σκοτώνει ακαριαία από το πρώτο άκουσμα
ή με το βαρύ ποίημα που δηλητηριάζει αργά
το ποίημα που τσακίζει τα κόκαλα το ποίημα που
γκρεμίζει τα σπίτια το εξανθηματικό ποίημα
το μόνο που σε τσουρουφλίζει μέχρι την ώρα του μεσημεριού
και βάζει φωτιά στον ίδιο σου τον αέρα που ήδη εισέπνευσες
το ποίημα που σε θαμπώνει μοναχά μέχρι
να μαυρίσει το πνεύμα σου από έναν θεϊκό παλμό

το ποίημα που τρομοκρατεί
το ποίημα που σκοτώνει τους αναβάτες κι αφήνει τ' άλογά τους
και το άλλο που σκοτώνει δεκάδες χιλιάδες
θλιμμένους στρατιώτες
θαυμαστές του Σενέκα
για κάθε περίπτωση ξεχωριστή η πόλη είχε
το ποίημα που ήταν κατάλληλο για ένα έγκλημα ή για μια χολέρα
για να δαμάσει τα θηρία για να μάθει την αλήθεια
από το στόμα του δραπέτη

κάθε ποίημα αντιστοιχούσε στη λέξη ναι και
κάθε ναι προφερόταν ψηλότερα απ' το όχι
έτσι εκείνο πήγαινε παντού αυτή την εποχή
που χάραζε η αυγή και μέσα στους δρόμους
βασίλευε ηρεμία.

Matei Vişniec
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη