Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Κάθε που δάκρυζε του ζητούσε να την γεμίσει με λέξεις. Λέξεις που νά ΄χουν μια ιδέα απο άγγιγμα δροσερών χειλιών πάνω σε μέτωπο ή απο σκιά αναμμένου σπίρτου στο σκοτάδι...




α΄
Κάθε που δάκρυζε του ζητούσε να την γεμίσει με λέξεις.
Λέξεις που νά ΄χουν μια ιδέα απο άγγιγμα δροσερών χειλιών
πάνω σε μέτωπο
ή απο σκιά αναμμένου σπίρτου στο σκοτάδι.
Κι εκείνος της έλεγε. Δεν την ένοιαζε άν ήταν αλήθεια ή ψέμματα.
Απλά τις ήθελε΄ - ούτε κι εκείνος προλάβαινε να εξακριβώσει
μέσα του το αληθές ή το ψευδές των λόγων του.
Τότ' εκείνη γαλήνευε. Τα μάτια της δύο σκούρα κομμάτια χαλάζι
που πλάγιαζαν απαλά στο σεντόνι της φωνής του.

Πότε πότε, τέτοιες στιγμές, θυμόντουσαν τα παιδικά τους χρόνια.
Δεν ήταν κοινά, ούτε καν όμοια.
Όσο εκείνη ήταν ακόμα παιδί, εκείνος περπατούσε, ήδη, το δάσος
κάποιου αποχωρισμού με το κρύο το φίλημα του θανάτου
στο τρυφερό μάγουλο.
Έπειτα ήρθε η μαζική, πρόσκαιρη και υποκριτική αγάπη που τον έβαλε
στο δικό του περιθώριο - αυτό της κλεφτής ματιάς προς
την τελειότητα.
Έπειτα οι προσευχές, τ΄ άσπρα κεριά πλάι στο μάρμαρο των Σταυρών
κι αργότερα ακόμη, το δεύτερο φίλημα του θανάτου
σε μάγουλα αντρικό.

Στο μεταξύ, πριν ακόμα γνωριστούν και αγαπηθούν, είχε κι εκείνη
αποκτήσει και ορθώσει τον δικό της Σταυρό.

β΄
Κάποια μέρα λοιπόν που δάκρυσε, του ζήτησε πάλι να την γεμίσει
με λέξεις.
Μα όπως άρχισε να μιλά, εκείνη πετάχτηκε και τού 'πε με φωνή
ψυχρή: ''λες ψέμματα''. Απέδωσε την, για κείνον, ύπαρξή της
στη φαντασία του και έφυγε.

γ΄
Λίγο καιρό μετά, εκείνος κατάλαβε πως όλα όσα της έλεγε ήταν
αλήθεια. και πως αυτό πού 'χε αγαπήσει απο κείνη, δεν ήταν
απαύγασμα της φαντασίας του μα εκείνο το κομμάτι της που αποφάσισε
χάριν αυτού του κόσμου, να πετάξει.
Εκεί ανήκε κι ο ίδιος: στο πιό τρυφερό της βλέμμα.

δ΄
Κάποτε ένα κρύο χάδι βεβαιώνει τα πάντα.

ε΄
Κι αχ, σ΄έναν κόσμο που βιάζεται, οι πιό ωραίες μας αλήθειες
είναι μακροπρόθεσμες στην απόδειξη.
Πούστη χρόνε.

Αθανάσιος Κούρτης

Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

Ποιητές στην Οθόνη


Το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος-Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης και ο Ιωνικός Σύνδεσμος διοργανώνουν σειρά εκδηλώσεων με θέμα Ποιητές στην Οθόνη. Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων θα προβάλλονται ταινίες με Έλληνες ποιητές και οι δημιουργοί τους θα συζητούν γι' αυτές με τους θεατές. Οι προβολές και η συζήτηση θα γίνονται στην αίθουσα "Στράτος Μελεμενής" του Ιωνικού Συνδέσμου (Τσουρουκτσόγλου 1 & Λεωφ. Ηρακλείου 251, Νέα Ιωνία) και ώρα 8.00 μ.μ.

Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων:

19/10/09: Ανδρέας Εμπειρίκος, σκην. Τάσος Ψαρράς
02/11/09: Οδυσσέας Ελύτης "Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα", σκην. Γιώργος Καρυπίδης
16/11/09: Μιχάλης Κατσαρός, σκην. Γιάννης Σολδάτος
30/11/09: Άρης Αλεξάνδρου "Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών", σκην. Τάκης Χατζόπουλος
14/12/09: Γιάννης Ρίτσος "Ένα όνειρο για τη ζωή και το ψωμί. Η Ελλάδα του Γιάννη Ρίτσου", σκην. Παντελής Βούλγαρης
11/01/10: Διονύσιος Σολωμός "Ο Σολωμός των Ελλήνων", σκην. Πάνος Κυπαρίσσης
25/01/10: Κωνσταντίνος Καβάφης "Κ.Π. Καβάφης: 50 χρόνια από το θάνατό του", σκην. Μαίρη Κουτσούρη
08/02/10: Νίκος Καρούζος, σκην. Δέσποινα Καρβέλα
22/02/10: Άγγελος Σικελιανός "Αφιέρωμα στον Άγγελο Σικελιανό", σκην. Μαίρη Κουτσούρη
08/03/10: Μανόλης Αναγνωστάκης "Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης", σκην. Λάκης Παπαστάθης
22/03/10: Γιώργος Σεφέρης "Ημερολόγια Καταστρώματος", σκην. Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
29/03/10: Μίλτος Σαχτούρης "Κληρονόμος πουλιών", σκην. Λευτέρης Ξανθόπουλος


Πηγή: "Ποιητές στην Οθόνη"

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Ο Γεώργιος Γεωρβασάκης αφιερώνει στον Παντελή Πρεβελάκη ένα σονέτο... Από τον Μανόλη Καλλέργη και τα Ρεθεμνιώτικα Νέα!



Ένας ακόμη Ρεθεμνιώτης ποιητής

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Καμιά άλλη εποχή δεν ενέπνευσε τους ποιητές του κόσμου όσο το φθινόπωρο. Είναι η εποχή των ποιητών. Γι’ αυτό είχε τέτοια απρόσμενη επιτυχία εκείνη η φθινοπωρινή βραδιά η αφιερωμένη στην Ποίηση.

- Μα εκεί μακριά, στο κέντρο του Μυλοποτάμου;

- Ναι, ακριβώς εκεί, στο κέντρο του Μυλοποτάμου.

- Μα ποια είναι η Πετραδού;

- Πρέπει όλοι να την μάθουν την Πετραδού! Όπως όλοι πρέπει να γνωρίσουν τον Στρατή, τον παιδικό μου φίλο (Τα νιάτα του έφαγε ο Στρατής, στα ξυλουργεία ολημερίς, κατά παράφραση του γνωστού τραγουδιού, για να φτιάξει μιαν απίστευτη αίθουσα και πολλά άλλα).

Σήμερα όμως, το θέμα μου είναι άλλο. Θέλω να σας αποκαλύψω έναν άγνωστο Ρεθεμνιώτη ποιητή, άγνωστο στους περισσότερους τουλάχιστον. Για την ακρίβεια, τον γνωρίζουν δύο ή τρεις το πολύ Ρεθεμνιώτες. Άγνωστος μεν, εξαίρετος τεχνίτης του λόγου όμως. Το όνομά του είναι Γεώργιος Γεωρβασάκης.

Η αποκάλυψη ενός άγνωστου (ή ξεχασμένου) συμπατριώτη μας ποιητή, κρύβει πάντα μιαν ιδιαίτερη συγκίνηση. Είναι σαν να ξεπετάγεται ξαφνικά από το χώμα ένας πίδακας νερού, προορισμένος να ξεδιψάσει ζωντανά πλάσματα.

Ο «ραβδοσκόπος» στον οποίο οφείλω την αποκάλυψη αυτού του πίδακα-Ρεθεμνιώτη ποιητή, είναι ο ανεξάντλητος Μανός Αστρινός.

Ο Γεώργιος Γεωρβασάκης, αυτός λοιπόν διατηρούσε βιβλιοπωλείο και τυπογραφείο στην οδό Αρκαδίου, ακριβώς στο χώρο του μετέπειτα βιβλιοπωλείου Πίσσα. Ίσως διότι ό άνθρωπός αυτός ήταν ο ίδιος ποιητής, στο βιβλιοπωλείο του σύχναζαν οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής. Συμπεριλαμβάνεται και ο Παντελής Πρεβελάκης, με τον οποίο ήταν φίλοι.

Ο στίχος του Γεωρβασάκη, δεν είναι «του ποδαριού». Είναι δυνατός, δεμένος, δουλεμένος με μαστοριά. Τα νοήματα ξεπηδούν σαν πραγματικός πίδακας.

- Αυτό είναι, σκέφτομαι και αναφωνώ. Δεν είναι τυχαίο που ξεπηδούν τόσοι πολλοί ποιητές από μια πόλη που την είπανε «πόλη των γραμμάτων». Στο πείσμα των αιώνων και των εποχών και των πυροτεχνημάτων, σ’ αυτή την πόλη πάντα θα γράφονται ποιήματα!

Ψάχνοντας, μπόρεσα να βρω (εδώ βλέπετε να ξυπνά μέσα μου ο ερευνητής), και να σας παρουσιάσω σήμερα ένα γνήσιο ποίημα του Γεωρβασάκη, επίκαιρο μάλιστα, αφού είναι αφιερωμένο στο φίλο του τον Παντελή Πρεβελάκη. Ιδού!

Στον Παντελή Πρεβελάκη

Ως ν’ άνοιξες την πόρτα Παραδείσου
Κι ήρθαν τ’ αηδόνια και σου κελαιδήσα
Και πήρες το σκοπό που σου κρατήσα
Ωραίε Ποιητή, κι είναι μαζί σου.

Το λόγο κάνοντάς τον για ν’ ανθίσου
Περιποκλάδια σε νερά βουνίσα
Τ’ άνθια κρατάς στα χέρια σου περίσσα
Και βάγια κλείνουν μπρος στην κεφαλή σου.

Χαρά σου και τιμή σου η γεννήτρα
Και αναπνιά σου οι τραχιές Μαδάρες
Κι όπου πατάς και ξεμυτίζουν φύτρα.

Κοσμοπολίτης κι ασκητής, στα χέρια
Γαλήνια μαστορεύεις τις αντάρες
Και φτερουγάς στο Λόγο, περιστέρια.


Πηγή: ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Λίνα Κάσδαγλη: Σφύριγμα ξεχασμένο μες στην άδεια νύχτα φωτεινά παράθυρα που τρέχουν στο σκοτάδι τρένο φορτωμένο ψυχές μες στη μοναξιά...


Το τρένο πάνω από το κοιμητήρι

Σφύριγμα ξεχασμένο μες στην άδεια νύχτα
φωτεινά παράθυρα που τρέχουν στο σκοτάδι
τρένο φορτωμένο ψυχές μες στη μοναξιά,
φορτωμένο με όνειρα που δεν αλήθεψαν ποτέ
κι είναι γι αυτό τ' αληθινότερα όνειρά μας.

Άνθρωποι σκύβουν έξω απ' τα τζάμια
μια στιγμή -πέρασαν- δε μάθαμε τίποτα γι ' αυτούς
μόνο το χέρι τους που μας χαιρέτησε και χάθηκε-
κι άλλοι άνθρωποι κι άλλα χέρια που χαιρετάνε
κι ένα μαύρο σημάδι που βούλιαξε μες στο μαύρο σκοτάδι
ύστερα ένα μικρό φως κι ύστερα τίποτα πια.

Κι οι γραμμές κυλούν αδιάκοπα χωρίς να ξέρουμε το τέλος τους
αδιάκοπα πάνω απ' το κοιμητήρι με τα τρεμάμενα καντήλια
και κάτω στα μνήματα κοιμούνται εκείνοι που είναι
αξεδιάλυτα δεμένοι μαζί μας
κι ονειρεύονται το αιώνιο πέρασμα της ζωής
που είναι τόσο πικρή και σύντομη και ωραία.

Από τη συλλογή: Οι δρόμοι του μεσημεριού(1963)



ΟΧΙ, ΔΕ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΤΗ ΓΗ

Όχι, Δε βρίσκεσαι στη γη, δεν σ' άγγιξε η φθορά·
σου έκλεισε ο Άγγελος τα μάτια και ξεκίνησες για το
μεγάλο φάος
πάνω από τις αρχαίες θάλασσες που κατοικούσαν οι θεοί
πάνω απ' τις χλωροπράσινες θύμησες των παιδικών σου
χρόνων.

Εγώ μονάχα ξαφνικά βρέθηκα μες στο σκότος
που ούτε ένα αστέρι δεν το γαληνεύει
και μένω ν' αφουγκράζομαι μια πόρτα
που ξέρω ότι δε θ' ανοίξει ποτέ.

Απόσπασμα
Από τη συλλογή Νέκυια(1999)

Πηγή: Εκδόσεις Άγρα


Η Παναγιά της ρεμματιάς

Ο παλιός ζωγράφος νήστεψε πολύ,
έκανε την προσευχή του κατά την ανατολή,
έπιασε με κατάνυξη το πινέλο και χάραξε
τα κερένια χέρια και τα χαμηλωμένα μάτια της
και το στρογγυλό μάγουλο του Βρέφους.

Είχε όμως στα πόδια του ένα σκύλο μ'αγαθή ματιά,
ο κότσυφας σφύριζε τον όρθρο στην ιτιά,
κ' η καλόγρια έβγαζε νερό από το πηγάδι
κ' έψελνε ένα τροπάριο στή Χαριτωμένη.

Ο ζωγράφος έκανε το σταυρό του κ' έγραψε: Μήτηρ Θεού.
Και δεν ήξερε πώς είχε ζωγραφίσει μια μητερούλα ταπεινή,
που σκυμμένη νανουρίζει το μωρό της με ψιλή παιδιάτικη φωνή.

Χωρίς άλλο η Παναγιά σηκώνεται πρωί-πρωί
και γυρνάει τη ρόκα της ως την ώρα που σημαίνει εσπερινός.
Η μια μέρα πλάι στην άλλη πάει στρωτά
σαν τα γράμματα του Οκτώηχου -
κ' η βδομάδα αρχίζει μ' ένα κόκκινο μεγάλο κεφαλαίο:την Κυριακή.)

Χωρίς άλλο το μωρό της παίζει με μια γίδα κανελλιά,
κ' εκείνη το κοιτάζει με πελώρια μάτια εκστατικά,
που δεν πίστεψαν ακόμα ολότελα το μήνυμα του Αγγέλου.

Κι όπως είναι απλή κι ανήξερη, και δε φοβάται το κακό,
λέει στην προσευχή της να γεμίσουνε καρπό oι δαμασκηνιές,
να γιάνουν τα μικρά, που τα πείραξε της καρυδιάς το αγερικό.

Μοναχά την ώρα που μακραίνουν οι ίσκιοι στις γωνιές
απλώνεται και στην άσπρη ψυχή της ο άγνωστος ίσκιος του Σταυρού
και τότε μπορείς ν' ακουμπήσης στην ποδιά της και να φωνάξης σιωπηλά
τον πλούσιο πόνο, τον ατέλειωτο καημό του κόσμου,
το μεγάλο σου φόβο,το μεγάλο φόβο της αγάπης...

Κ' η Παναγιά θα σε νανουρίζη, μαζί με το μωρό της, χωρίς να μιλά...

Πηγή: Μυριόβιβλος


Πέθανε σε ηλικία 88 χρόνων η Λίνα Κάσδαγλη, ποιήτρια και μεταφράστρια.

Η κηδεία της θα γίνει την Πέμπτη 20 Αυγούστου, στις 3 μ.μ., από το Β' Νεκροταφείο Αθηνών.

Η Λίνα Κάσδαγλη γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1921από γονείς εκπαιδευτικούς. Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Γαλλικό Ινστιτούτο, ενώ έμαθε και την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο διδασκαλίας. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μετάφραση και με την επιμέλεια βιβλίων. Με τη λογοτεχνία πρωτοασχολήθηκε στο πλαίσιο της «Διάπλασης των Παίδων» (με το ψευδώνυμο «Ροζελάντια"), στις δραστηριότητες της οποίας συμμετείχε από νωρίς. Το 1943 πρωτοεμφανίζεται με τη δημοσίευση ενός ποιήματος του Ch. Peguy στη «Νέα Εστία», όπου δημοσίευσε ένα χρόνο αργότερα και πρωτότυπους στίχους της. Το 1952 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της, με τίτλο «Ηλιοτρόπια». Εκτός από τη «έα Εστία», συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Παλμός», «Ο Στάχυς» και «Εποχές», Τα «Νέα Ελληνικά». Έργα της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά και τα βουλγαρικά. Ήταν επί πολλά χρόνια υπεύθυνη του περιοδικού του Σώματος Ελληνίδων Οδηγών ("Η Οδηγός"), όπου υπέγραφε την πολύ επιτυχημένη στήλη επικοινωνίας με τις νεαρές αναγνώστριες με την υπογραφή «Θεία Νεραντζούλα».

Έλαβε επίσης μέρος σε επιτροπές για τη σύνταξη σχολικών βιβλίων (υπουργείο Παιδείας, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη). Ήταν παντρεμένη με τον συγγραφέα Εμμ. Χ. Κάσδαγλη, με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά.

Εκδήλωσε την αντίθεσή της στη χούντα υπογράφοντας το κείμενο διαμαρτυρίας δεκαοκτώ συγγραφέων, τον Απρίλιο του 1969, μαζί με τους Μιχαέλα Αβέρωφ, Αλέξανδρο Αργυρίου, Θανάση Βαλτινό, Γιώργο Γεραλή, Ιάσονα Δεπούντη, Λιλή Ιακωβίδη, Παντελή Καλιότσο, Νίκο Κάσδαγλη, Φώντα Κονδύλη, Αλάξανδρο Κοτζιά, Μένη Κουμανταρέα, Κωστούλα Μητροπούλου, Ρόδη Ρούφο, Κώστα Ταχτσή, Καίη Τσιτσέλη και Θ.Δ. Φραγκόπουλο, καθώς και με τη συμμετοχή της στη συλλογική έκδοση «Δεκαοκτώ κείμενα» (1970) που επακολούθησε. Πρόκειται για το πρώτο αντιστασιακό βιβλίο, που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1970. Κείμενά του μεταφράστηκαν αμέσως σε άλλες γλώσσες και δημοσιεύθηκαν στον ξένο Τύπο, ενώ κυκλοφόρησε αγγλική έκδοση ολόκληρου του τόμου δύο χρόνια αργότερα.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ

Τρίτη, 07 Ιουλίου 2009

Xuan Bello: Το σούρουπο έφερε μοναξιά, παλιούς ξαναδιαβασμένους στίχους με πάθος πια προσποιητό. Μουχλιασμένους στίχους παλιούς που επαναλαμβάνω εδώ..


ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Εγώ, που δεν πιστεύω πια σε ό,τι γράφω,
που λέω ψέματα όταν μιλώ για την απόχρωση
αυτών που έχουν σημασία, εγώ, στα εικοσικαιβάλε
χρόνια της ζωής μου, στο Οβιέδο, δηλώνω
πως δίκιο έχουν τα πράγματα που ξεφεύγουν,
ο καπνός του τσιγάρου, ο αέρας που αναπνέω,
η ζωή που μου φεύγει μέσα απ’ τα χέρια
σα νερό σε πανέρι.
Εγώ, που κρυώνω απόψε
και μαντεύω εκεί μακριά, απομονωμένο,
το φως σ’ ένα παράθυρο κάποιας που δεν με περιμένει,
εγώ, που έκανα όλα όσα ήθελα,
και έκανα όλα όσα δεν ήθελα,
εγώ έχω για προορισμό μου το άγνωστο
και για παρελθόν τη νοσταλγία
όσων δεν έζησα.
Σιωπηλά έφερα τη σκέψη μου στη σιωπή.
Την επίφοβη και σκεφτική σιωπή, αμείλικτη
όταν κάποιος περιμένει μια λέξη από μένα
(εγώ δε σκέφτομαι τίποτα, κοιτώ το ταβάνι, αποκοιμιέμαι
και ονειρεύομαι τις απίθανες ζωές που διαισθάνομαι).
Σιωπηλά έφερα τη σκέψη μου σε σένα και στη ζωή μου
σε σένα, γιατί σε χάνω και τραγουδώ
εκείνο που πρόσμενα να έχω και δεν έχω.
Το ξέρω εγώ το φως σε ένα παράθυρο, τη νύχτα,
και το πλάσμα που βρίσκει απάγκιο στο φως αυτό, γλυκό
και ξανθό σαν το φως του ήλιου στο σιτάρι.
Την ξέρω εγώ τη δειλία που φέρνουν τα χρόνια
και το πόδι που σκοντάφτει στα χαλιά
και το ον που άστοχα, άκαιρα, μπαίνει εντός μου
και δε θέλει πια να βγει ποτέ. Εγώ, ο Ζουάν Μπέγιο,
που έχω περάσει τη ζωή μου διαβάζοντας βιβλία
που θέλησα να ζήσω απ’ αυτή την πλευρά του καθρέφτη
(εδώ πια ζωή δεν υπήρχε),
εγώ, που γνωρίζω τη θάλασσα απ’ αυτά που γράφω,
και το φως της ημέρας απ’ αυτά που έχουν γράψει άλλοι,
εγώ υπήρξα ευτυχής και υπήρξα δυστυχής, με αγάπησαν και
αγάπησα
και έναν έρωτα που πλέκει μεταξύ τους ματιές με έννοιες.
Περπατώ στο δρόμο και κοιτώ τα πρόσωπα του κόσμου.
Τα πρωινά, στα μικρομάγαζα του Pumarín
(όπου μπορείς να αλλάξεις δυο κουβέντες για ένα σκόντο
πέντε τοις εκατό)
μίλησα όλο ευγένεια, καλούς τρόπους, ζήτησα να μην είναι
επώδυνη η ζωή.
Όμως το σούρουπο μπήκε καλπάζοντας στη ζωή μου
σα γέρικο άλογο που τρέχει για να μη σταματήσει,
το σούρουπο μπήκε με γκρίζα φώτα και δίχως ψιχάλα.
Το σούρουπο έφερε μοναξιά, παλιούς ξαναδιαβασμένους
στίχους
με πάθος πια προσποιητό. Μουχλιασμένους στίχους παλιούς
που επαναλαμβάνω εδώ
προσποιούμενος πάθος, προσποιούμενος έρωτα,
προσποιούμενος πως είμαι
τα λόγια που λέω.
Υπήρξαν πλοία που είδα στο λιμάνι χωρίς ποτέ να
επιβιβαστώ.
Υπήρξαν έρημοι που διέσχισα, στους χάρτες, με το δάχτυλο.
Υπήρξαν γυναίκες που αγάπησα, με έναν έρωτα βουβό,
και που συνέχισαν να τραβούν το δρόμο τους,
δίχως να με δουν

Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Είμαι το απόγεμα εκείνο ανάμεσα σε πολλά απογέματα,
εκείνο που κρύβει από την παιδική ηλικία
ένα λαβύρινθο από βροχή και ήλιο.
Είμαι η σιωπή μιας κάμαρης,
εδώ και χρόνια, όπου γράφω ανώφελα.
Είμαι όλες οι μέρες που πέρασα προσμένοντας
μακριά, πολύ μακριά απ’ τη θάλασσα.
Είμαι το ξερό φύλλο που εγώ ο ίδιος μάζεψα,
εκείνο που μετά λησμόνησα,
ανάμεσα στις σελίδες ενός άγραφου βιβλίου.
Είμαι κάποιοι στίχοι του Ζεράρ ντε Νερβάλ,
δικαιολογία σήμερα για τη ζωή μου.
Είμαι το ρόδο που μούσκεψε η βροχή,
μυστικό κι εφήμερο, απόμακρο.
Είμαι η φωνή του ποταμού, κρυμμένη
πίσω από τις φλαμουριές της παιδικής ηλικίας.
Είμαι η ματιά, τρομερή και ξένη,
του Βίνσεντ βαν Γκογκ.
Είμαι τα πράγματα που φεύγουν,
αυτά που δε μένουν.
Είμαι, φευγαλέα, οι στίχοι ετούτοι.
Κι είμαι και εσύ κι εκείνος ο τρίτος
που θα διορθώνει αύριο τούτους τους στίχους.
Είμαι το συμβολικό και θλιμμένο αυτό απόγεμα,
αυτό που για πάντα φυλάει
τη νύχτα στο σπίτι.

Xuan Bello
Μετ. Νίκος Πρατσίνης

Ο Ζουάν Μπέγιο γεννήθηκε στο Πανιθέιρος (Τινέο, Αστούριας) το 1965. Διέμεινε μεγάλο χρονικό διάστημα της παιδικής του ηλικίας στην Τουδέλα Βεγίν ενώ, έφηβος πλέον, έφυγε πηγαίνοντας να ζήσει στο Οβιέδο στου οποίου το πανεπιστήμιο παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας. Το 1982 δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα, με τον τίτλο Nel cuartu mariellu, το οποίο είχε συγγράψει σε ηλικία 16 ετών. Από τότε δεν έπαψε να δημιουργεί ένα πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο στο χώρο της ποίησης, του δοκιμίου, της πεζογραφίας και της δημοσιογραφίας. Υπήρξε συνιδρυτής κάποιων αστουριανικών λογοτεχνικών περιοδικών, όπως το Andréi και το Zimbru, καθώς και συνεργάτης του Lletres asturianes και του Clarín. Ανήκει στη λεγόμενη «δεύτερη γενιά του Surdimientu» (δηλ. της δεύτερης «βουβής» μεταπολεμικής -λόγω φρανκισμού- γενιάς, στμ.) και υπήρξε ενεργό μέλος της λογοτεχνικής ομάδας Óliver. Είναι συντάκτης του εβδομαδιαίου φύλλου Les noticies, στο οποίο τακτικά δημοσιεύει άρθρα. Ο Ζουάν Μπέγιο είναι, χωρίς αμφιβολία, από τους πλέον σημαίνοντες συγγραφείς στην αστουριανή γλώσσα, καθώς και ο συγγραφέας που έχει επιτύχει την περισσότερη προβολή σε ολόκληρη την Ισπανία, με αξιοσημείωτες επιτυχίες, στο κοινό και την κριτική, με βιβλία όπως το Historia universal de Paniceiros και το Los cuarteles de la memoria, τα οποία έχει ο ίδος μεταφράσει στα καστιλιάνικα και συγκεντρώσει στην έκδοση με τον τίτλο Paniceiros (2004).


Πηγή: Instituto Cervantes de Atenas

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Νίκος Λυγερός! Η θάλασσα είναι η μοίρα μας. Και η Μαύρη Θάλασσα η μαύρη μοίρα μας.


Νίκος Λυγερός: Sur le rivage, aux côtés du couple de Vincent

Η θάλασσα είναι η μοίρα μας.
Και η Μαύρη Θάλασσα η μαύρη μοίρα μας.
Νίκος Λυγερός

Η ποίηση και η λογοτεχνία μεταφράζονται;

Το θέμα είναι αν μεταφράζεις λογοτεχνία ή τα νοητικά σχήματα της λογοτεχνίας. Για το πρώτο, δεν το πιστεύω, για το δεύτερο νομίζω πως ναι. Όταν είσαι γνώστης ενός συγγραφέα, μπορείς να μεταφράσεις τα νοητικά του σχήματα. Όλη η λογοτεχνία δεν είναι δύσκολη. Το να μεταφράσεις Μαλαρμέ είναι πολύ δύσκολο, το να μεταφράσεις Βρεττάκο είναι πολύ εύκολο, το να μεταφράσεις Καμύ είναι πολύ εύκολο. Λεξιλόγιο πολύ χαμηλό, αλλά το πρόβλημα είναι τα σχήματα, είναι δύσκολο να μεταφράσεις το υπόβαθρο. Το να μεταφράσεις το «Άξιον Εστί» του Ελύτη γίνεται, αλλά με ποιο αποτέλεσμα; Πως ο άλλος μπορεί να νιώσει τι θα πει Αλβανικό Έπος; Το να μεταφράσεις το «Στο περιγιάλι το κρυφό» του Σεφέρη είναι πολύ πιο εύκολο μερικές φορές γιατί είναι λίγο εκτός ελληνικού πλαισίου. Έχει σχέση όχι μόνο με την λογοτεχνία, δείτε τον Αγγελόπουλο στον κινηματογράφο, μεταφράζεται γιατί δεν λέει σχεδόν τίποτα λεκτικά, είναι της εικόνας. Αντίθετα ο Μπέργκμαν μεταφράζεται δύσκολα, φέρει πολύ την νοοτροπία της Σκανδιναβίας.

Ας πούμε για τον Ντοστογιέφσκι, τον διαβάζω στα γαλλικά γιατί την περίοδο που γράφει, η γαλλική γλώσσα είναι πολύ ανεπτυγμένη στη Ρωσία και μέσα υπάρχουν ολόκληρες εκφράσεις στα γαλλικά. Σαν Έλληνας ξέρεις τον Ντοστογιέφσκι με ένα ύφος που είναι καλύτερο απ' ό,τι τον ξέρει ο Καμύ. Ο Καμύ όταν γράφει τους «Δίκαιους» που αφορά τη Ρωσία (1905) έχει ένα γαλλικό ύφος. Έχω ανεβάσει το συγκεκριμένο έργο στο θέατρο προσθέτοντας σκηνές με ύφος ρωσικό της συγκεκριμένης εποχής, τι σημαίνει να είσαι δούλος, τι σημαίνει να είσαι ορθόδοξος για τα δεδομένα εκείνα, να μπορεί να σε «καθαρίζει» ο καθένας μόνο επειδή είσαι χωρικός. Αυτό δεν φαίνεται όμως τόσο πολύ στον Καμύ. Φαίνονται τα «οστά» της δομής αλλά δεν φαίνεται η σάρκα. Εμείς το καταλαβαίνουμε καλύτερα από τους Γάλλους γιατί η αισθητική μας μοιάζει, μοιάζουν τα «χρώματα».

Δυστυχώς, αν και η γραφή του Καμύ είναι σχετικά εύκολη, ίσως σε σχέση με τον Σάρτρ που έχει δύσκολη γραφή και θα είχες και αυτό το πρόβλημα στη μετάφραση. Δυστυχώς, συχνά ο μεταφραστής δεν έχει το νοητικό επίπεδο του συγγραφέα και επειδή η γλώσσα είναι εύκολη μπορεί να θεωρήσει πως και η σκέψη είναι εύκολη. Επειδή δεν έχω διαβάσει ελληνική μετάφραση του Καμύ, καμιά φορά λέω: «Αυτό το πράγμα δεν το έχει γράψει ποτέ ο Καμύ» που μπορεί να έχει μείνει σε άτομα που το έχουν διαβάσει μεταφρασμένο.


Συνέντευξη στον Κώστα Ονισένκο

Αδυνατούμε να αναφέρουμε όλους τους τομείς δράσης του 38χρονου Νίκου Λυγερού. Το πρώτο στοιχείο που αναφέρει συνήθως κάποιος μιλώντας για αυτόν είναι ο υψηλός δείκτης νοημοσύνης που τον καθιστά τον ευφυέστερο Έλληνα στον κόσμο. Το 189 IQ του κ. Λυγερού είναι σχεδόν διπλάσιο από ενός μέσου ανθρώπου. Παίζει σκάκι από 2 (!) ετών, είναι καθηγητής μαθηματικών στη Λυών, επισκέπτης καθηγητής στη Θράκη όπου διδάσκει θεωρία ομάδων και ιστορία και φιλοσοφία των μαθηματικών, επισκέπτης καθηγητής στην Αθήνα όπου διδάσκει επιστημολογία, βιοηθική και κυβερνητική. Είναι καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας και στην Αστυνομική Ακαδημία. Είναι expert μετάφραστης -διερμηνέας στα γαλλικά δικαστήρια, έχει εκδώσει λογοτεχνικά βιβλία και ποιητικές συλλογές ενώ γράφει και σκηνοθετεί θεατρικές παραστάσεις. Είναι λάτρης και μαχητής της Κύπρου, στην οποία κατέχει και τη θέση στρατηγικού συμβούλου.

Στις τρεις ώρες συνομιλίας ο κ. Λυγερός έδωσε πολλά στοιχεία για τον εαυτό του και την ευφυΐα. Μίλησε για την επιστήμη και την τέχνη, για τα μαθηματικά και τη θρησκεία, για την πολιτική και τη διπλωματία, για τις σχολικές παρελάσεις και τη σημαία και βέβαια δεν παρέλειψε τη μεγάλη του αγάπη: την Κύπρο.

Καθημερινή

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Montero: Οι λέξεις είναι καράβια... Αν ο έρωτας, όπως όλα, είναι ζήτημα λέξεων, πλησιάζοντας το κορμί σου δημιουργήθηκε μια γλώσσα.


Φωτό: G.Crie
Ο έρωτας

Οι λέξεις είναι καράβια
και χάνονται έτσι, από στόμα σε στόμα,
όπως από ομίχλη σε ομίχλη.
Φέρνουν την πραμάτεια τους στις συνομιλίες
χωρίς να βρίσκουν ένα λιμάνι,
τη νύχτα που τις βαραίνει, σαν μια άγκυρα.

Πρέπει να συνηθίσουν να μεγαλώνουν
και να ζουν με υπομονή ξύλου
φθαρμένου από τα κύματα,
που έχει φαγωθεί, ενώ μουσκεύεται αργά,
μέχρι η συνηθισμένη μποτίλια
να φτάσει στη θάλασσα και να τις βυθίσει.

Γιατί η ζωή μπαίνει στις λέξεις
όπως η θάλασσα σ' ένα καράβι,
καλύπτει με χρόνο το όνομα των πραγμάτων
και οδηγεί στη ρίζα ενός επιθέτου
στον ουρανό μιας ημερομηνίας,
στο μπαλκόνι ενός σπιτιού,
στο φως μιας πόλης καθρεφτισμένης σ' ένα ποτάμι.

Γι αυτό, ομίχλη στην ομίχλη,
όταν ο έρωτας εισβάλλει στις λέξεις,
χτυπά στους τοίχους, σημαδεύοντάς τους
με τα σημάδια μιας προσωπικής ιστορίας
κι αφήνει στο παρελθόν των λεξιλογίων
αισθήσεις ψύχους και ζέστης,
νύχτες που είναι η νύχτα,
θάλασσες που είναι η θάλασσα,
μοναχικούς περιπάτους μ' επιμήκυνση της φράσης
και τρένα κρατημένα και τραγούδια.

Αν ο έρωτας, όπως όλα, είναι ζήτημα λέξεων,
πλησιάζοντας το κορμί σου δημιουργήθηκε μια γλώσσα.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη