Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Όμως πρόσεξε, αγάπη μου· τις λέξεις που κατασιγάζουν τους μηρούς σου, σχεδόν όλες, τις διάβασα στον Κορτάσαρ.




Julio Cortázar(26 Αυγούστου 1914)

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Σήμερα θυμάμαι
τα λογοπαίγνια που κάνουν τον κόσμο μαγικό,
όπως να υπήρχαν χείλη στον καβάλο
και ο Ιούλιος να γεννιόταν τον Αύγουστο.
Προφανώς κάποια πράγματα δεν αγγίζονται,
όπως το Παρίσι και το Ρίο δε λα Πλάτα.
Όμως πρόσεξε, αγάπη μου·
τις λέξεις που κατασιγάζουν τους μηρούς σου
σχεδόν όλες τις διάβασα στον Κορτάσαρ.

© Mariano Crespo
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Στη συνέχεια τα βιβλία κυριεύουν τις πόλεις και μπαίνουν στις εξοχές, προχωρούν καλύπτοντας σιτοβολώνες και πεδιάδες με ηλιοτρόπια...

Το τέλος του τέλους του κόσμου 

Καθώς οι γραφιάδες θα συνεχίζουν, οι λίγοι αναγνώστες που ο κόσμος είχε πάντα θ' αλλάξουν αυτοδικαίως και θα γίνουν επίσης γραφιάδες. Όλο και πιο πολύ οι χώρες θα είναι των γραφιάδων και των εργοστασίων χαρτιού και μελανιού, οι γραφιάδες όλη μέρα και οι μηχανές όλη νύχτα για να τυπώνουν τη δουλειά των γραφιάδων. Καταρχήν θα ξεχειλίσουν οι βιβλιοθήκες των σπιτιών, τότε οι δήμοι θ' αποφασίσουν(ήδη είμαστε σ' αυτό) να θυσιάσουν τις παιδικές χαρές για να μεγαλώσουν τις βιβλιοθήκες. Κατόπιν παραχωρούνται τα θέατρα, τα μαιευτήρια, τα σφαγεία, οι καντίνες, τα νοσοκομεία. Οι φτωχοί εκμεταλλεύονται τα βιβλία ως τούβλα, τα τσιμεντώνουν και φτιάχνουν τοίχους από βιβλία και ζουν σε καλυβόσπιτα βιβλίων. Στη συνέχεια τα βιβλία κυριεύουν τις πόλεις και μπαίνουν στις εξοχές, προχωρούν καλύπτοντας σιτοβολώνες και πεδιάδες με ηλιοτρόπια και μόλις μετά βίας η διεύθυνση οδοποιίας καταφέρνει να μείνουν δρόμοι ανεμπόδιστοι ανάμεσα σε δυο πανύψηλους τοίχους βιβλίων. Μερικές φορές κάποιος τοίχος υποχωρεί και δημιουργούνται τρομακτικές αυτοκινητιστικές καταστροφές. Οι γραφιάδες δουλεύουν χωρίς διακοπή γιατί η ανθρωπότητα σέβεται τις κλίσεις, έτσι οι εκτυπωτές έφτασαν μέχρι τις ακτές της θάλασσας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μιλάει στο τηλέφωνο με τους Προέδρους των Δημοκρατιών και έξυπνα προτείνει να πετάξουν στη θάλασσα το περίσσευμα των βιβλίων, το οποίο καλύπτει ταυτόχρονα όλες τις ακτές του κόσμου. Έτσι οι γραφιάδες της Σιβηρίας βλέπουν τα έντυπά τους ιζήματα στην παγωμένη θάλασσα και ούτω καθεξής οι γραφιάδες της Ινδονησίας. Αυτό επιτρέπει στους γραφιάδες να αυξήσουν την παραγωγή τους, αφού στη γη δημιουργήθηκε ξανά χώρος για να αποθηκεύσουν τα βιβλία τους. Δεν σκέφτονται ότι η θάλασσα έχει βυθό, και ότι στον βυθό της θάλασσας αρχίζουν να συσσωρεύονται τα έντυπα, πρώτα σε μορφή συγκολλητικού πολτού, κατόπιν σε μορφή στερεωτικού πολτού και τελικά σαν ένα πάτωμα σκληρό αν και παχύρρευστο που ανεβαίνει καθημερινά μερικά μέτρα και καταλήγει να φτάσει στην επιφάνεια. Τότε πολλά νερά κατακλύζουν πολλά εδάφη, δημιουργείται μια νέα κατανομή ηπείρων και ωκεανών και Πρόεδροι από διαφορετικές Δημοκρατίες αντικαθίστανται από λίμνες και χερσονήσους, ενώ Πρόεδροι άλλων Δημοκρατιών βλέπουν να ανοίγονται μπροστά τους τεράστιοι χώροι για τις φιλοδοξίες τους και τα λοιπά. Το θαλασσινό νερό, ξεκινά με τέτοια βιαιότητα για να επεκταθεί, που εξατμίζεται περισσότερο από πριν, ή αναζητά ανάπαυση ενώ ανακατεύεται με τα έντυπα για να σχηματίσει τον συγκολλητικό πολτό, σε βαθμό που κάποια μέρα οι καπετάνιοι των πλοίων των μεγάλων διαδρομών προειδοποιούν ότι τα πλοία προχωρούν αργά, από τριάντα κόμβους κατεβαίνουν στους είκοσι ή δεκαπέντε, ενώ οι κινητήρες ασθμαίνουν και οι έλικες παραμορφώνονται. Τελικά όλα τα πλοία σταματούν σε διαφορετικά σημεία των θαλασσών, παγιδευμένα στον πολτό, και οι γραφιάδες όλου του κόσμου γράφουν χιλιάδες έντυπα εξηγώντας το φαινόμενο και γεμάτοι από μια μεγάλη χαρά. Οι Πρόεδροι και οι καπεταναίοι αποφασίζουν να μετατρέψουν τα πλοία σε νησιά και καζίνα, το κοινό προχωρά με τα πόδια πάνω στις θάλασσες από χαρτόνι στα νησιά και στα καζίνα όπου ορχήστρες τυπικές και χαρακτηριστικές ζωντανεύουν το κλιματιζόμενο περιβάλλον και χορεύουν μέχρι τις προχωρημένες ώρες της αυγής. Καινούργια έντυπα συσσωρεύονται στις ακτές των θαλασσών, αλλά είναι αδύνατον να μπουν στον πολτό και έτσι μεγαλώνουν τείχη και γεννιούνται βουνά στις ακτές των παλιών θαλασσών. Οι γραφιάδες καταλαβαίνουν ότι τα εργοστάσια χαρτιού και μελανιού πρόκειται να πτωχεύσουν και γράφουν όλο και πιο λεπτά, εκμεταλλευόμενοι μέχρι και τις πιο ανεπαίσθητες γωνίες του κάθε χαρτιού. Όταν τελειώνει το μελάνι γράφουν με μολύβι και ούτω καθεξής· στο τελείωμα του χαρτιού γράφουν σε τάβλες και κεραμίδια και τα λοιπά. Αρχίζει να εξαπλώνεται η συνήθεια να εισαγάγουν ένα κείμενο σε άλλο για να εκμεταλλευτούν τα μεσοδιαστήματα, ή σβήνουν με ξυραφάκια τα τυπωμένα γράμματα για να χρησιμοποιήσουν ξανά το χαρτί. Οι γραφιάδες δουλεύουν αργά, αλλά ο αριθμός τους είναι τόσο τεράστιος που τα έντυπα χωρίζουν πλήρως πια τις στεριές από τους πυθμένες των παλιών θαλασσών. Στη γη ζει επισφαλώς η φυλή των γραφιάδων, καταδικασμένη να αφανιστεί και στη θάλασσα βρίσκονται τα νησιά και τα καζίνα ή τα υπερωκεάνια όπου έχουν καταφύγει οι Πρόεδροι των Δημοκρατιών, και όπου γιορτάζονται μεγάλες γιορτές και ανταλλάσσονται μηνύματα από νησί σε νησί, από πρόεδρο σε πρόεδρο και από καπετάνιο σε καπετάνιο.

Julio Cortázar
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Julio Cortázar... Αυτό που μου αρέσει στη γλώσσα σου είναι η λέξη.




Αυτό που μου αρέσει στο κορμί σου...

Αυτό που μου αρέσει στο κορμί σου είναι το σεξ.
Αυτό που μου αρέσει στο σεξ μαζί σου είναι το στόμα.
Αυτό που μου αρέσει στο στόμα σου είναι η γλώσσα.
Αυτό που μου αρέσει στη γλώσσα σου είναι η λέξη.

Julio Cortázar
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Τι δύσκολο να αποχαιρετάς τους ποιητές...



Του Γιάννη Κοντού πάνω σε μια φωτογραφία του Καρυωτάκη...

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Κρατούσα την πένα στο χέρι μου κι’ όπου έβρισκα ήλιο, βουτούσα την άκρη της κι έγραφα στίχους.


Κυριακή

Ήμουν ντυμένος όμορφα σήμερα.
Βγήκα πρωί, διπλωμένος με την
ψυχή σου στην πόλη. Ήμουνα κι’ όμορφος.
Είχα λουστεί χτες βράδυ με τη
μουσική της φωνής σου –
Κρατούσα
την πένα στο χέρι μου κι’ όπου
έβρισκα ήλιο, βουτούσα την άκρη της
κι έγραφα στίχους.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Παιχνίδια με τα χρώματα

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Εσύ δεν μάς έδωσες τον κόσμο για να τον απολαύσουμε, Εσύ μάς τον πρόσφερες για να τον κάνουμε λέξη...



ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Κύριε, τι ανταμοιβή θα δώσεις σε μάς τους ποιητές;
Κοίτα, δεν έχουμε τίποτα, ούτε καν δική μας ζωή·
είμαστε οι αγγελιοφόροι σε κάτι που δεν καταλαβαίνουμε.
Το κορμί μας το καίει μια φλόγα ουράνια·
αν παρατηρούμε, είναι μόνο για να το βγάλουμε σε φωνή.

Δεν μπορούμε να κόψουμε ούτε λουλούδι από ένα φράχτη
για να είναι δικό μας και τίποτ' άλλο παρά δικό μας,
ούτε να κρατηθούμε ήρεμοι εν μέσω των πραγμάτων,
χωρίς σκέψη, να τα απολαύσουμε στην παρουσία τους μόνο.
Ποτέ δεν θα ξέρουμε πώς είναι πραγματικά τα βράδια,
ελευθερωμένη απ' την αγωνία μας η γυμνή ομορφιά τους·
ποτέ δε θα γνωρίσουμε αυτό που είναι μια γυναίκα
στα βαθιά δάση της, όπου πρέπει να μπεις σιωπηλός.
Εσύ δεν μάς έδωσες τον κόσμο για να τον απολαύσουμε,
Εσύ μάς τον πρόσφερες για να τον κάνουμε λέξη.
Και κατόπιν για να έχει η γη φωνή μέσα από μάς
απομείναμε χωρίς αυτήν, με μόνη τη μεγαλοψυχία...

Ήδη βλέπεις ότι μέσα από μάς έχει ήχο η ζωή,
ακριβώς όπως γίνεται απ' τις πέτρες το κρύσταλλο του ποταμού.
Εσύ δεν έφτιαξες τη Δημιουργία σου για να τη βυθίσεις στη σιωπή,
στη σιωπή που δραπετεύει ενός κόσμου που μοχθεί·
για να την ζήσει μόνο, χωρίς να σταματήσει να την παρατηρεί...
Γι αυτό μάς έχεις βάλει στην άκρη του δρόμου
με τη μόνη υποχρέωση να κραυγάζουμε έκθαμβοι.
Σε μας αναπαύεται των ανθρώπων η βιάση.
Γιατί, αν δεν υπήρχαμε, για ποιον θα ήταν τόσα πολλά πράγματα
ανώφελα και όμορφα, που ο Θεός δημιούργησε,
τόσα κόκκινα ηλιοβασιλέματα, και τόσα άκαρπα δέντρα,
και τόσα λουλούδια, και τόσα πουλιά περιπλανώμενα;
Μόνο εμείς νιώθουμε το δώρο σου
και σ' ευγνωμονούμε γι αυτό με φωνές έκστασης.
Εσύ χαμογελάς, Κύριε, νιώθοντας ξεπληρωμένος
με την σύνθλιψή μας από δέος και θαυμασμό.

Αυτό που μάς εξυψώνει μπορεί να είναι δικό σου μόνο.
Μόνο εκείνος που μας δημιούργησε μπορεί να μάς καταστρέψει έτσι
στην αγκαλιά μιας φλόγας τόσο σκληρής και μαγευτικής.

Εσύ που φροντίζεις τα πουλιά που μεταφέρουν το μήνυμά σου,
σώσε στον θάνατο τις κουρασμένες καρδιές μας,
Δώσε τους ειρήνη, αυτή την ειρήνη που στη ζωή τους αρνήθηκες,
Σβήσ' τους τις οδυνηρές, αδυσώπητες σκέψεις.
Εσύ θα μάς δώσεις σε Σένα το Όλο που αναζητάμε·
θα δοθείς σε μάς τους ίδιους, αφού θα σ' έχουμε
για μάς μονο, κι όχι για να σε υμνούμε.

Jose Maria Valverde (1926-1996)
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
Φωτό: Yaşar Koç

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

...το ποίημα που σκοτώνει ακαριαία από το πρώτο άκουσμα ή με το βαρύ ποίημα που δηλητηριάζει αργά το ποίημα που τσακίζει τα κόκαλα το ποίημα που γκρεμίζει τα σπίτια το εξανθηματικό ποίημα...


Το ποίημα που σκοτώνει

Ω Θεέ μου, πού είναι εκείνοι οι καιροί οι θαυμάσιοι
όπου οι κλέφτες οι μπάσταρδοι κι οι εμπρηστές
εκτελούντο πάνω στη δημόσια πλατεία
δια της απλής αναγνώσεως ενός ποιήματος;

Το πλήθος πλησίαζε στ' αυτιά τους στους κροτάφους τους
στους λαιμούς τους στα στόματά τους στα ρουθούνια τους
κι άρχιζε ν' απαγγέλλει σοβαρά κι επιβλητικά κι άρχιζε
να ουρλιάζει με μια φωνή το ύστατο ποίημα

το ποίημα που σκοτώνει δια της πείνας
το ποίημα με χιλιάδες στίχους
του οποίου η απαγγελία διαρκεί τριάντα ημέρες
διάστημα κατά το οποίο οι κλέφτες οι μπάσταρδοι κι οι εμπρηστές
όφειλαν να μείνουν σε στάση προσοχής
με τα μάτια άγρυπνα
και οι περιπλανώμενοι εκτελούνταν πιο γρήγορα
χάρις στο ποίημα που σκοτώνει πιο γρήγορα
το ποίημα που σκοτώνει ακαριαία από το πρώτο άκουσμα
ή με το βαρύ ποίημα που δηλητηριάζει αργά
το ποίημα που τσακίζει τα κόκαλα το ποίημα που
γκρεμίζει τα σπίτια το εξανθηματικό ποίημα
το μόνο που σε τσουρουφλίζει μέχρι την ώρα του μεσημεριού
και βάζει φωτιά στον ίδιο σου τον αέρα που ήδη εισέπνευσες
το ποίημα που σε θαμπώνει μοναχά μέχρι
να μαυρίσει το πνεύμα σου από έναν θεϊκό παλμό

το ποίημα που τρομοκρατεί
το ποίημα που σκοτώνει τους αναβάτες κι αφήνει τ' άλογά τους
και το άλλο που σκοτώνει δεκάδες χιλιάδες
θλιμμένους στρατιώτες
θαυμαστές του Σενέκα
για κάθε περίπτωση ξεχωριστή η πόλη είχε
το ποίημα που ήταν κατάλληλο για ένα έγκλημα ή για μια χολέρα
για να δαμάσει τα θηρία για να μάθει την αλήθεια
από το στόμα του δραπέτη

κάθε ποίημα αντιστοιχούσε στη λέξη ναι και
κάθε ναι προφερόταν ψηλότερα απ' το όχι
έτσι εκείνο πήγαινε παντού αυτή την εποχή
που χάραζε η αυγή και μέσα στους δρόμους
βασίλευε ηρεμία.

Matei Vişniec
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη