Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Blaise Cendrars: Με το τσιγάρο στα χείλη, ένας από τους σπουδαιότερους μποέμ ποιητές του περασμένου αιώνα!



Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΥ
ΚΑΙ
ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

Μετάφραση: Κλείτος Κύρου

Τον καιρό εκείνο ήμουν στην εφηβεία μου
Στα δεκάξι σχεδόν κι ούτε θυμόμουν πια τα παιδικά μου χρόνια
16.000 χιλιάδες λεύγες μακριά από τον τόπο που γεννήθηκα
Ήμουν στη Μόσχα, στην πόλη με τα χίλια τρία καμπαναριά και τους εφτά σταθμούς
Και δεν μου αρκούσαν εφτά σταθμοί και χίλιοι τρεις πύργοι
Γιατί ήταν τότε η εφηβεία μου τόσο φλογερή και τόσο παράλογη
Που η καρδιά μου φλεγόταν, διαδοχικά, σαν της Εφέσου το ναό ή σαν την Κόκκινη
Πλατεία της Μόσχας όταν βασιλεύει ο ήλιος
Και τα μάτια μου φώτιζαν αρχαίες φωνές
Κι ήμουν ήδη τόσο κακός ποιητής
Ώστε δεν ήξερα να προχωρήσω μέχρι τέλους.

Το Κρεμλίνο έμοιαζε μ' ένα τεράστιο γλύκισμα ταρταρικό
Με χρυσαφένια κρούστα,
Με τα μεγάλα αμύγδαλα των κατάλευκων καθεδρικών ναών
Και το μελένιο χρυσάφι απ' τις καμπάνες...
Ένας γερασμένος καλόγερος μού διάβαζε τον θρύλο του Νόβγκοροντ
Διψούσα
Κι αποκρυπτογραφούσα τα σφηνοειδή ψηφία
Ύστερα, ξάφνου, τα περιστέρια του Αγίου Πνεύματος πετούσαν πάνω απ' την πλατεία
Τα χέρια μου κι αυτά πετούσαν, με το πλατάγισμα του άλμπατρος
Κι ήταν αυτές οι τελευταίες αναμνήσεις της τελευταίας μέρας
Του ύστατου ταξιδιού
Και της θάλασσας.
(Απόσπασμα)

Εκδόσεις ΑΚΡΟΝ


Πηγή ποιήματος: Το εξαιρετικό ιστολόγιο του Γεροντάκου

Το βιβλίο αυτό στην πρωτότυπη μορφή του, εικονογραφήθηκε από την Ρωσίδα ζωγράφο, Sonia Delaunay, που είχε γεννηθεί στην Οδησσό το 1885 και πέθανε στο Παρίσι το 1979. Ήταν γυναίκα του επίσης ζωγράφου Robert Delaunay, που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1885 και πέθανε στο Montpellier, το 1947.

Εμπνευσμένη από τον κυβισμό και τα χρώματα του Paul Gauguin, του Vincent van Gogh και των Ορφικών δημιούργησε ένα δικό της στυλ και θεωρήθηκε η βασίλισσα της art déco!

Συναντήθηκε και με τον Robert Doisneau φυσικά! Δείτε τις παρακάτω φωτογραφίες...























Η ζωή του Blaise Cendrars ήταν μια αληθινή περιπέτεια κι ένα μεγάλο ταξίδι. Γάλλος, ελβετικής καταγωγής, γεννήθηκε στο La Chaux-de-Fonds στο cantón de Neuchâtel, την 1η Σεπτέμβρη του 1887 και πέθανε στο Παρίσι, στις 21 Ιανουαρίου του 1961. Από πολύ μικρός ζόρισε τους γονείς του. Δραπέτευσε από το γερμανικό σχολείο που τον είχαν εσώκλειστο(και πολύ καλά έκανε!).

Τον ανακάλυψαν τελικά οι γονείς του στο Νεσατέλ και τον πίεσαν να πάει στην Οικονομική Σχολή, η οποία όμως δεν του άρεσε. Και αρχίζει η περιπέτεια... Στα 16 μόλις χρόνια το σκάει μ' ένα λαθρέμπορο τον Rogovine. Διασχίζει τη Γερμανία και φτάνει στη Μόσχα, που αυτή την περίοδο έβραζε κυριολεκτικά η επανάσταση, ταξιδεύει με τον υπερσιβηρικό για να κάνει μαγαζιά στην Ασία.

Όλα αυτά που έζησε τότε θα επηρεάσουν ολόκληρη τη ζωή του. Κατόπιν δούλεψε σε έναν Ελβετό κοσμηματοπώλη στην Πετρούπολη μέχρι το 1907. Στην αυτοκρατορική βιβλιοθήκη της οποίας ήταν τακτικότατο μέλος, γνώρισε έναν βιβλιοθηκάριο, τον Sozonov, ο οποίος τον ενθάρρυνε να γίνει συγγραφέας. Αρχίζει να σημειώνει τις αναγνώσεις του, τις σκέψεις του, συνήθεια που διατήρησε σε όλη τη ζωή του.

Αργότερα σπούδασε Ιατρική στη Βέρνη, ενώ λίγο πριν είχε κάνει τις πρώτες του εκδόσεις. Μετά ξαναγύρισε στην Πετρούπολη, αργότερα πήγε στη Νέα Υόρκη όπου τότε έγραψε και το υπέροχο ποίημα Πάσχα στη Νέα Υόρκη...

Ήθελε με πάθος να κατακτήσει τον κόσμο, ταξιδεύοντας από τη Νεάπολη στην Κίνα και από τη Ρωσία στις Ινδίες κι από την Αμερική σε όλη την Ευρώπη.

Το έργο του χαρακτηρίστηκε κατευθείαν από το ταξίδι και την περιπέτεια. Στην ποίησή του όπως και στην πρόζα του, στην έξαρση της νεωτεριστικότητας προστίθεται η θέλησή του να δημιουργήσει ένα μύθο όπου το φανταστικό μπλέκεται με το αληθινό.

Συμμετείχε στην γαλλική λεγεώνα των ξένων και πήρε μέρος στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1915, χάνει σε μάχη το δεξί του χέρι, το χέρι που έγραφε. Το χέρι που έπαιζε πιάνο... Αυτή η αναπηρία σημαδεύει βαθιά το έργο του κάνοντας τον να ανακαλύψει την ταυτότητα του σαν αριστερόχειρας. Η σχέση του με τη γραφή θα αλλάξει τελείως.

Ποιητής λοιπόν, συγγραφέας, ρεπόρτερ, κινηματογραφικός παραγωγός, σεναριογράφος, ιδρυτής περιοδικών κουλτούρας, άτομο κοινωνικό, ο Cendrars θα έχει μεγάλη επιρροή σε όλη την καλλιτεχνική αφρόκρεμα και στη λογοτεχνία στις αρχές του 20ου αιώνα. Το έργο του είναι μεγάλης πνοής και ένας ύμνος στη ζωή. Μία από τις σημαντικότερες ποιητικές παρουσίες της Παγκόσμιας Λογοτεχνικής Σκηνής.

















Ένα εξαιρετικό άρθρο από την «Αυγή», του Γιώργου Καραβασίλη, που με εκφράζει απόλυτα.


Η καταυγαστική ποίηση του (πολύπλαγκτου) Μπλαιζ Σαντράρ



« ... Ακαταπόνητος ταξιδιώτης, πολυμήχανος τυχοδιώκτης, δημιουργός τριών μεγάλων ποιημάτων που άνοιξαν καινούργιες λεωφόρους στη σύγχρονη ποίηση, ο Μπλαιζ Σαντράρ επιβάλλεται ανάμεσα στους λίγους εκείνους που με την πληθωρική τους παρουσία σφραγίζουν τον εικοστό αιώνα. Αρκεί να παρατηρήσουμε τη φλόγα των ματιών και τις ρυτίδες που έχουν οργώσει στο πρόσωπό του οι περιπέτειες της ζωής του, για να καταλάβουμε την ξεχωριστή του παρουσία.

Γόνος μιας πλούσιας ξεπεσμένης ελβετικής οικογένειας διέτρεξε από το ένα άκρο μέχρι το άλλο την υδρόγειο και στα τρία γνωστά χειμαρρώδη ποιήματά του, την Πρόζα του υπερσιβηρικού και της μικρής Ιωάννας της Γαλλίας, το Πάσχα στη Νέα Υόρκη και τον Παναμά ή οι περιπέτειες των επτά θείων μου, αποτύπωσε την ύστατη μνήμη ενός κόσμου που φτάνει στο τέλος του για να ξαναρχίσει πάλι την όποια τροχιά του.

Ανθρωπος που μελετούσε τους αποκρυφιστές, ενώ ταυτόχρονα πολεμούσε στη Λεγεώνα των Ξένων και ακρωτηριαζόταν το δεξί του χέρι, που αποκρυπτογραφούσε τη γραφή των Αζτέκων δουλεύοντας θερμαστής στα καράβια, κοσμοπολίτης που ξόδευε χιλιάδες φράγκα στα καμπαρέ και την άλλη μέρα μοιραζόταν μ' έναν κούλη το στρώμα του, λαθρέμπορος τη μια στιγμή πολύτιμων λίθων και την άλλη προσωρινός συγκάτοικος του Σαρλώ σε μια τρώγλη στο Λονδίνο, κίνησε το ενδιαφέρον και τον θαυμασμό των Ελία Ερενμπουργκ, Τζον ντος Πάσος, Ζυλ Συπερβιέλ και τόσων άλλων.

Αυτή η θρυλική φυσιογνωμία συγκαταλέγεται ανάμεσα στους Πωλ Βαλερύ, Πωλ Κλωντέλ, Σαιν-Τζων Περς, Βαλερύ Λαρμπώ και Γκυγιώμ Απολλιναίρ (ο οποίος κατηγορήθηκε ότι του έκλεψε την ιδέα του Πάσχα) ως ένας από τους ακούσιους εισηγητές της νεωτερικής γαλλικής αλλά και παγκόσμιας ποίησης, ένα βήμα πριν από τον υπερρεαλισμό. Ο Σαντράρ φαντάζει σαν ένας ποιητής ακατέργαστος (που δεν είναι), που κι αν ξέρει απ' έξω την ποίηση δεν δέχεται κανέναν δάσκαλο, περιφρονεί τη μόδα, προχωρεί οπλισμένος με θράσος μέσα στη βαθύτατη μοναξιά του που την απολαμβάνει, τη φορτίζει και τη μοιράζει παντού. Δεν χρησιμοποιεί καμιά κλαψιάρικη αισθηματολογία, συγκρούεται με τα δεδομένα μέτρα, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τα μάταια τεχνάσματα, τη νοικοκυρεμένη γλώσσα. Ο Σαντράρ χτυπάει καίρια με τη σπάθη του, το χτύπημά του ακούγεται ξερό, απείθαρχο. Με μια σπάνια κυριαρχία πάνω στο υλικό του, χειρίζεται αριστοτεχνικά τη χυδαία γλώσσα, την τραχιά φράση που συγκρούεται νοηματικά κάποτε με την επόμενη, κι εδώ βρίσκεται ένα από τα στοιχεία ή τα στοιχειά της γοητείας του. Η ποίησή του εξάλλου χαρακτηρίζεται από ποικιλία διαθέσεων, που εναλλάσσονται χάρη σ' έναν κινηματογραφικό, προσωπικό ρυθμό. Μην ξεχνάμε πως είχε ασχοληθεί ενεργά και με τον κινηματογράφο.

Κι αν έχει ταξιδέψει πολύ κι έχει αφομοιώσει τον κόσμο, ποτέ δεν ξεπέφτει στον κίνδυνο του εξωτισμού, του κουλέρ λοκάλ, του γλυκερού κοσμοπολιτισμού. Ρουφά διεγερτικά χυμούς πόλεων, τοπίων και προσώπων, οι συγκεκριμένες ατμόσφαιρες τον περιτυλίγουν, στιγμές και περιστατικά τον καθηλώνουν και εκτινάσσονται μέσα από πυκνούς κυματισμούς της κραυγής του.

Μια κραυγή που λειτουργεί αφοπλιστικά, μ' όλο τον πληθωρισμό του λόγου, και υπονομεύει και υπερβαίνει την πραγματικότητα.

Καταυγαστική ποίηση. Μια ποίηση σπάταλα χαρισμένη στο σύμπαν, επίκαιρη και διαχρονική, αλλά και προφητική που προειδοποιεί όλους μαζί και καθέναν χωριστά».

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ - «ΑΥΓΗ»




1 σχόλιο:

γητεύτρια είπε...

Εκείνο που με έχει αφήσει κυριολεκτικά άναυδη, είναι ότι ο Χριστόφορος Λιοντάκης, στην εξαιρετική Ανθολογία του της Γαλλικής Ποίησης, των εκδόσεων Καστανιώτη, δεν έχει ΟΥΤΕ ΔΕΙΓΜΑ, ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ στον Blaise Cendrars!!!! Ενώ έχει πάααααρα πολλούς που δεν τους ήξερε ο κλασικός «θυρωρός» τους...
Τί να υποθέσει κανείς;
Πάντως λογικό δεν είναι, με τίποτα...