Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Η Άννα, η Χρυσόστομη Πασών των Ρωσιών έγραψε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα για την Αχμάτοβα, την ποιήτρια που λατρεύτηκε ως μούσα και έζησε ως μάρτυρας...




Η Άννα, η Χρυσόστομη Πασών των Ρωσιών έγραψε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα για την Αχμάτοβα, την ποιήτρια που λατρεύτηκε ως μούσα και έζησε ως μάρτυρας...

Διάβαζα ένα αφιέρωμα της εξαίρετης Σόνια Ιλίνσκαγια - Αλεξανδροπούλου για το «Ρέκβιεμ» της Ρωσίδας ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα, το οποίο είχε γραφτεί για τη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου. Και γράφει ότι ο Αλεξάνδρου έλεγε το εξής ανατριχιαστικό: «Τα ποιήματα ξαναγράφονται. Δεν μεταφράζονται»

Αυτή η «γοητευτική αυθαιρεσία» του μεταφραστή, ακόμα κι αν πρόκειται για μεταφραστές - δημιουργούς, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου, με σοκάρει. Τότε κατανοώ γιατί ο Ρίλκε έμαθε ρωσικά για να διαβάζει τους αγαπημένους του ποιητές στο πρωτότυπο και γιατί η Τσβετάγιεβα και ο Παστερνάκ έμαθαν γερμανικά για να διαβάζουν Ρίλκε.

Η Σόνια Ιλίνσκαγια, που έχει και μια βιωματική σχέση με το Ρέκβιεμ της Αχμάτοβα, εφ' όσον το «γνώρισε» σε έκδοση «Σαμιζντάτ» (δακτυλόγραφα αντίτυπα που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι), προτείνει μια χρήσιμη συγκριτική θεώρηση της μετάφρασης του Αλεξάνδρου και της λιγότερο γνωστής μετάφρασής του από την Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, η οποία είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Ποίηση».

Και συνεχίζει η Σόνια Ιλίνσκαγια...

«Και οι δύο μεταφραστές διαισθάνονται και αναγνωρίζουν τις αναπόφευκτες ατέλειες της δουλειάς τους. Περισσότερο αναλυτική είναι σε αυτό το σημείο η Αγγελάκη - Ρουκ που, όπως λέει η ίδια, μεταφράζοντας την Αχμάτοβα, και τη ρωσική ποίηση γενικότερα, παραβιάζει τον δικό της στέρεο, κατά τα άλλα, κανόνα ποτέ να «μη μεταφράζει ρίμα με ρίμα». Οι λόγοι που της επιβάλλουν να την κρατήσει για τα ρωσικά κείμενα (το ίδιο μάλλον ισχύει και για τον Αλεξάνδρου) συνδέονται με τον σημαντικό ρόλο που παίζει η ρίμα στο εκφραστικό σύστημα της ρωσικής ποίησης. Η επιδίωξη όσο γίνεται μεγαλύτερης και πλήρους αντιστοιχίας μετάφρασης και πρωτοτύπου ασφαλώς είναι και θα παραμένει το ποθητό ζητούμενο, προκύπτουν ωστόσο κάποια σοβαρά ερωτήματα. Θα περιοριστώ σε δύο:

1. Όταν η ρίμα της απόδοσης απέχει, κάποτε σημαντικά, από τη λαμπρή τελειότητα του πρωτοτύπου, τι εντύπωση θα αποκομίσει ένας αναγνώστης που διαθέτει μόνο την απόδοση;

2. Πώς θα του φανεί η χαλάρωση του ποιητικού λόγου που προέρχεται από τα αναγκαστικά παραγεμίσματα στίχων; Πρέπει μάλλον κι αυτή να την αποδώσει στη στάθμη του πρωτοτύπου. Ο αναγνώστης δε που μπορεί να συγκρίνει πρωτότυπο και μετάφραση, θα παρατηρήσει πως χάρη της ρίμας καμιά φορά θυσιάζεται η χαρισματική ευστοχία και η ευρηματικότητα της πρωτότυπης έκφρασης. Κάποτε για τον ίδιο λόγο ο μεταφραστής οδηγείται και σε ανεπιθύμητες νοηματικές αποκλίσεις.

Θα δώσω παραδείγματα από την ομοιοκατάληκτη μετάφραση του πρώτου τετράστιχου του τέταρτου ποιήματος ξεκινώντας με μια τρίτη μετάφραση:

4.
Ποιος να το 'ξερε, κορίτσι τρελό,
Πειραχτήρι απ' όλους χαϊδεμένο,
Ερωτιάρα του Τσάρσκογιε Σελό*,
Τι σου φύλαγε το πεπρωμένο.

Αλεξάνδρου:
4.
Ποιος να στο 'λεγε τότε που οι φίλοι σου
φιλενάδα τους σ' έλεγαν κ' έτοιμο το 'χες το σκώμμα
κι αμαρτάνοντας πρόσφερες τ' άλικα χείλη σου,
στη ζωή σου να πάθεις τι σου 'μελλε ακόμα.

Αγγελάκη - Ρουκ:
4.
Να σου 'δειχνε κανείς εσένα, που 'σουν όλο χωρατό
Και σε λατρεύαν όλοι οι φίλοι σου εκεί
Χαρούμενη αμαρτωλή, στου Πούσκιν το χωριό
Τι θα συμβεί μες στη ζωή...

Και στις δύο κρινόμενες μεταφράσεις ο ποιητικός λόγος από επιγραμματικός γίνεται επεξηγηματικός, και ο τρίτος στίχος στον Αλεξάνδρου δίνει μια νοηματικά παρατραβηγμένη εικόνα.

Θα κλείσω με το μότο. Πέρα από φανερές ατέλειες στην απόδοση της ομοιοκαταληξίας, υπάρχει κι εδώ μια εξασθένηση της επιγραμματικότητας, ιδιαίτερα απαραίτητης για το μότο, καθώς και η κοινή απόκλιση από τη συνειδητή λύση που έδωσε και το είχε σχολιάσει ειδικά η Αχμάτοβα:... ήμουν με το λαό μου τότε / εκεί που, αλίμονο, ήταν ο λαός μου. Το σημαντικό «αλίμονο» και στις δύο μεταφράσεις θυσιάστηκε στη ρίμα.

Αλεξάνδρου: Όχι, δεν ζήτησα τον ξένον ουρανό, / ούτε φτερούγας ξένης προστασία - / είμουν με τον λαό μου τότε εδώ / όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία.

Αγγελάκη - Ρουκ: Όχι, δεν μ' έκρυψε κανένας ξένος ουρανός / Κάτω από ξένη φτερούγα δεν βρήκα προστασία / Ήμουνα τότε εκεί που ήταν ο δικός μας ο λαός / Εκεί που ο λαός μας ήταν μες στη δυστυχία.»

Προσθέτω για σύγκριση την ίδια μετάφραση του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη από το Ρέκβιεμ της Αχμάτοβα των εκδόσεων Αρμός που έχω:

4.
Ποιος να το φανταζότανε τότε που χαρωπή
Των φίλων όλων η λατρεμένη
Του Τσάρσκογιε Σελό χαρούμενη αμαρτωλή
Στη ζωή σου τι θα συμβεί.

* Θερινά ανάκτορα των Τσάρων

Από τις μεταφράσεις τέσσερις μεταφράσεις του τετράστιχου από το ποίημα 4 του Ρέκβιεμ, μου αρέσει η πρώτη της Ιλίνσκαγια και μετά του Τριανταφυλλίδη.

Μια μαρτυρία συγκλονιστική είναι αυτή της Τσουκόφσκαγια, στενής φίλης της Αχμάτοβα που έζησε δίπλα της όλη την περίοδο της αναγκαστικής σιωπής της στα δύσκολα χρόνια που η ποίησή της ήταν απαγορευμένη και που σημαδεύτηκαν από την εκτέλεση του πρώτου άντρα της, ποιητή Ν. Γκουμιλιόφ το 1921, τη σύλληψη το 1935 του γιου τους Λεβ και του τρίτου άντρα της Ν. Πούνιν (που εκείνη την πρώτη φορά αφέθηκαν ελεύθεροι έπειτα από ένα γράμμα της Αχμάτοβα στον Στάλιν), τη δεύτερη σύλληψη του Λεβ το 1938 και τη δραματική αναμονή έξω από τις φυλακές όπως την αναπλάθει στο Ρέκβιεμ.

Στις Σημειώσεις λοιπόν για την Άννα Αχμάτοβα, αυτή η στενή της φίλη η πεζογράφος Λύδια Τσουκόφσκαγια, απεικονίζει τη σιωπηλή ιεροτελεστία: η Αχμάτοβα γράφει σε ένα χαρτί το ποίημα, η Τσουκόφσκαγια το διαβάζει ώσπου να το αποστηθίσει κι έπειτα η ποιήτρια ανάβει ένα σπίρτο και καίει το χαρτί...

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Σε ποιον θάνατο πήγες; Περνούσε αεράκι από εκεί; ...Στοχάσου: Πόσο κράτησε το Θαύμα˙ πόσον η κακιά Στιγμή!



Μάρκος Μέσκος: Ένας κρυφός ποιητής της Θεσσαλονίκης.

Είναι ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Ο βραβευμένος ποιητής (που ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη από το 1981) μας μίλησε για την τέχνη, τον θάνατο και τα τοπία της ζωής του.

Γεννηθήκατε στην Έδεσσα και ζήσατε εκεί για πολλά χρόνια. Μετά η «εσωτερική μετανάστευση» σάς πήγε στην Αθήνα και δουλέψατε σε διαφημιστικά γραφεία.

Ήταν θέμα επιβίωσης. Δεν εισχώρησε η τέχνη μου εκεί, δεν ήθελα να αλλοτριωθώ. Απέρριψα μάλιστα και προτάσεις για να γίνω μέτοχος σε διαφημιστικές εταιρείες. «Ευχαριστώ», τους είπα, «θέλω απλώς να πληρώνομαι καλά. Τον υπόλοιπο χρόνο τον θέλω για αλλού, βγάζοντας την επαγγελματική σκόνη από πάνω μου». Έτσι κι αλλιώς, στη διαφήμιση με έστρεψε ένας καλός μου φίλος. Εγώ στην αρχή ήθελα να γίνω δάσκαλος - ο πατέρας μου δεν με άφησε. Ήθελα επίσης να γίνω αρχιτέκτονας, πάλι ο πατέρας μου δεν με άφησε. Πήρα κι εγώ τα μπογαλάκια μου κι έφυγα και προσπάθησα να χτίσω τη ζωή μου απ' την αρχή.

Ο πατέρας σας δεν σας άφησε να γίνετε δάσκαλος και αρχιτέκτονας...

Ήθελε να γίνω έμπορος, να ακολουθήσω το δικό του παράδειγμα. Αν ήταν δυνατόν. Μπορούσα να γίνω ποτέ έμπορος εγώ; Δεν είχα ποτέ καμία σχέση με το χρήμα!

Σας άφησε όμως να γίνετε ποιητής!

Δεν το ήξερε. Νομίζω ότι και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν γνώριζε τι σημαίνουν όλα αυτά... Οι δικοί μου (με την εξαίρεση της μεγάλης μου αδερφής) δεν έμαθαν τι σημαίνει ποίηση, ποιο είναι το βαθύτερο μεράκι μου, το βαθύτερο μυστικό μου. Αλλά κι εγώ δεν επιδίωξα να γίνω φανερά γνωστός. Όχι μόνο στους δικούς μου - πολλές φορές άνθρωποι με ρωτούσαν τι σχέση έχω με τον Μάρκο Μέσκο τον ποιητή και έλεγα: «Είναι ξάδερφός μου, ο συνονόματος ξάδερφός μου». Δεν μπορώ να πω εγώ για τον εαυτό μου «εγώ είμαι ποιητής», είναι μεγάλη κουβέντα. Δεν προσήλθα στο ιερό της ποίησης για να αναγνωριστώ - ήταν ανάγκη ψυχής.

Δεν σας ενδιαφέρει η υστεροφημία;

Όχι, και δεν πιστεύω και στη μεταφυσική... Τώρα, αν αφήσουμε κάποια ίχνη καλώς, διαφορετικά...

Η ποίηση, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να είναι χρήσιμη ή όμορφη; Γίνεται να είναι και τα δύο;

Αρκετά κείμενα από το τελευταίο μου βιβλίο (Στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο) αναφέρονται σ' αυτό ακριβώς το ερώτημα. Η ποίηση υπάρχει σαν ένας κρυμμένος θησαυρός στα αισθήματα των ανθρώπων. Είναι μια κρυμμένη ομορφιά, η οποία -σαν ένα τεράστιο μυστικό- καταφέρνει και εκμαιεύεται από κάποιους γραφιάδες, ποιητές. Εγώ πιστεύω ακράδαντα ότι η ποίηση είναι ένα από τα ουσιαστικά μεγέθη που προσδιορίζουν και τη ζωή και την έκφραση των όντων επί του πλανήτη Γη. Και, επιμένω να ισχυρίζομαι ότι, αν ο πλανήτης Γη μαυρίσει τελείως από τους επιχειρηματίες, από την αγορά, από όλα τα κακώς κείμενα, η ανθρώπινη φύση θα μεταναστεύσει σε άλλους πλανήτες - κάποτε. Και εκεί θα βρει τις καινούργιες αγκαλιές της, τις καινούργιες φωλιές της. Και εκεί θα εκφραστεί.

Αυτό το εννοείτε μόνο κυριολεκτικά ή και μεταφορικά;

Κυριολεκτικά. Το λέω και σ' αυτούς που υποστηρίζουν ότι έρχεται το τέλος της ιστορίας, το τέλος της ποίησης... Δεν είναι έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Δεν τελειώνουν τα πράγματα, όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχουν και η ομορφιά και η ποίηση και οι αναζητήσεις που ολοκληρώνουν τα όντα της Γης.

Ξέρω πως ζωγραφίζετε. Οι πίνακές σας συμπληρώνουν το ποιητικό σας έργο ή μήπως είναι το αντίβαρο σ' αυτό;

Δεν συμπληρώνουν οι πίνακες την ποίησή μου, είναι ένα υστερόγραφο σε χαρτιά, στα «αθώα λευκά χαρτιά» του Καρυωτάκη. Μόνο που εδώ έχουνε και χρώματα... Είναι μια αποφόρτιση. Όταν είμαι κουρασμένος και θέλω να ηρεμήσω, πιάνω τα χαρτιά και τα πινέλα και προσπαθώ να μπογιατίσω - ζωγράφος δεν δηλώνω. Ζωγραφίζω για μένα κυρίως, και για κάποιους φίλους.

Και, κυρίως, τοπία που έχετε δει;

Ναι. Ξέρω πολύ καλά αυτή την αναπνοή που βγάζουν πολλές φορές η βροχή, και το χιόνι, και η ομίχλη και η λιακάδα. Όλα τα τοπία, όμως, κρύβουν από πίσω τους μια ανάγκη - την ανάγκη να φανερώσουν (ή να κρύψουν) μια σκέψη, έναν συλλογισμό, ένα πρόβλημα.

Αναρωτιέμαι τι σας κράτησε -και κυρίως τι σας κρατάει ακόμα- εδώ, στη Θεσσαλονίκη...

Έφυγαν τα χρόνια καλέ μου φίλε, λιγοστεύει η ζωή μας... Το κονάκι το δικό μου είναι κάπου στην Άνω Τούμπα, οι φίλοι είναι εδώ και είμαι και κοντά στα δικά μου λημέρια, στο Βέρμιο, στο Καϊμακτσαλάν, στην Έδεσσα...

Είναι, τελικά, μια πόλη που εμπνέει ή μια πόλη που σκοτώνει την έμπνευση;

Η Θεσσαλονίκη είναι ένα τεράστιο εργαστήρι τέχνης. Είναι όμως κάπως υπόγειο όλο αυτό. Αυτά που φαίνονται στην επιφάνεια είναι τα διάφορα εξουσιαστικά κέντρα και οι διάφοροι πνευματικοί τρομοκράτες (ας μην τους ονομάσω τώρα). Η πόλη, όμως, είναι ιδεώδης τόπος για δημιουργία, για τέχνη. Ακόμα και τώρα. Πολλοί λένε ότι οι ποιητές και οι λογοτέχνες της πόλης μας τελείωσαν. Δεν είναι έτσι - η ζωή έρχεται πάντα και προσκομίζει νεότερους. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρνητικά στην πνευματική ζωή της πόλης - δείτε τη δημοσιογραφική λογοτεχνία, όλο αυτό το δήθεν...

Και η καθημερινότητα; Η ποιότητα ζωής;

Η καθημερινότητα καθορίζεται από τους ανθρώπους με τους οποίους συναλλάσσεσαι. Όπως παντού, κι εδώ το σημαντικό είναι ο άνθρωπος - και οι επιλογές του.

Ισχύει δηλαδή αυτό που έγραψε ο Καβάφης για την πόλη που μας ακολουθεί, που είναι μέσα μας;

Ισχύει, βεβαίως ισχύει. Θα πρέπει ο άνθρωπος να αντέχει τη σιωπή του. Αν την αντέχει, θα είναι παντού καλά.

Πηγή: lifo.gr
Φωτ. Γιώργος Παπαδόπουλος