Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Осип Мандельштам: "Η ποίηση είναι εξουσία... Και εφόσον σκοτώνουν για χάρη της, τη φοβούνται".


«Ζούμε δίχως να νιώθουμε κάτωθέ μας τη χώρα,
τα λόγια μας στα δέκα βήματα ψυχή δεν τ' ακούει τώρα,
μονάχα του Κρεμλίνου τον βουνίσιο ακούς παντού,
το φονιά και χαλαστή του χωρικού».

Οι επικριτικοί για τον Στάλιν στίχοι που έγραψε ο Οσιπ Μαντελστάμ και είχε την άτυχη έμπνευση να διαβάσει σε στενό κύκλο ομοτέχνων του σήμαναν την θανατική του καταδίκη: Σαν να μην έφτανε αυτό, είχε το θράσος να χαστουκίσει τον Αλεξέι Τολστόι, ο οποίος έσπευσε να παραπονεθεί στον επικεφαλής της σοβιετικής λογοτεχνίας, τον Γκόρκι, απειλώντας να τον αποκλείσει από εκδοτικούς οίκους και δημοσιεύσεις.

Από τους πιο λυρικούς και ταυτόχρονα τραγικούς ρώσους ποιητές των αρχών του 20ού αιώνα, πνεύμα ουμανιστικό και ελεύθερο, ο Οσιπ Μαντελστάμ χαρακτηρίστηκε «εχθρός του λαού» και βίωσε τη σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος. Εξορίστηκε και εκτοπίστηκε, οδηγήθηκε στο κατώφλι της τρέλας, έζησε σε ανέχεια, πέθανε σε στρατόπεδο εργασίας στο Βλαδιβοστόκ.

Τη συγκλονιστική ιστορία του καταγράφει η σύζυγός του Ναντιέζντα στη βιογραφία «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Οσιπ», που θα κυκλοφορήσει αύριο στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», σε μετάφραση από τα ρωσικά της Σταυρούλας Αργυροπούλου και με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη. Πρόκειται για τις αναμνήσεις της από τα τέσσερα τελευταία χρόνια της ζωής του Μαντελστάμ -ξεκινά με την πρώτη του σύλληψη το 1934 και τελειώνει με τον θάνατό του το 1938, την αποκαλούμενη περίοδο του Μεγάλου Τρόμου.

«Αγαπητέ Σούρα! Βρίσκομαι στο Βλαδιβοστόκ/ Βορειοαντολικά Αναμορφωτικά Στρατόπεδα Εργασίας, 11ο παράπηγμα. Μου επιβλήθηκε ποινή 5 ετών για αντεπαναστατική δραστηριότητα από το Ειδικό Διακστήριο. (...) Η υγεία μου είναι σε κακή κατάσταση. Είμαι στο έπακρον εξαντλημένος...». Το τελευταίο γράμμα του ποιητή στον αδελφό του και στη σύζυγό του στάλθηκε τον Οκτώβριο του 1938. Ζητούσε να του στείλουν ρούχα, τρόφιμα και χρήματα, αλλά δεν τα έλαβε ποτέ. Δύο μήνες μετά πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια, σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, ή τύφο κατά την επικρατέστερη εκδοχή.

Η Ναντιέζντα «τριάντα χρόνια αργότερα του έστησε το λαμπρότερο κενοτάφιο που μπορούσε κανείς να φανταστεί γράφοντας το χρονικό "Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας"» σημειώνει ο Α. Βιστωνίτης. «Το χειρόγραφο του βιβλίου στάλθηκε κρυφά στη Δύση κι εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτισμικό, κοινωνικό και πολιτικό σοκ. Στη Σοβιετική Ενωση κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ, με αποτέλεσμα δεκάδες συγγραφείς και διανούμενοι που παρελαύνουν στις σελίδες του, να χάσουν τον ύπνο τους. Ηταν αναπόφευκτο. Κανένα βιβλίο δεν αποκάλυπτε τη μικρότητα, τη δειλία, τη ρουφιανιά και την αθλιότητα ενός διόλου ευκαταφρόνητου μέρους της συντεχνίας των συγγραφέων. Τόσο εκείνων (ή εκείνου) οι οποίοι κατέδωσαν τον Μαντελστάμ στις μυστικές υπηρεσίες όσο και αυτών που από ιδιοτέλεια, φόβο, φιλοτομαρισμό ή απλώς αδιαφορία αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν».

Σ' αυτό το χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου διαβάζουμε για τις εξονυχιστικές έρευνες στο διαμέρισμα του Μαντελστάμ από όπου εξαφανίστηκαν όλα του τα χειρόγραφα, για τα σωματικά βασανιστήρια, το μαρτύριο της αϋπνίας που υπέστη. «Ο ανακριτής θεωρούσε τη συγγραφή ποιημάτων "τρομοκρατική ενέργεια"» αναφέρει η Ναντιέζντα.

Στριμωγμένοι σε ένα βαγόνι για ζώα ασφυκτικά γεμάτο από άλλους κρατουμένους, το ζεύγος μεταφέρθηκε στο Τσερτίν. Στο νοσοκομείο της πόλης ο Μαντελστάμ επιχείρησε να αυτοκτονήσει πηδώντας από το παράθυρο. Οπως περιγράφει η σύντροφός του: «Ο Ο.Μ. κειτόταν στο πάτωμα ενός εντελώς άδειου δωματίου που ονομαζόταν χειρουργείο, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους άντρες που τον κρατούσαν, ενώ η γιατρός τού έβαζε τον ώμο στη θέση του ξεφωνίζοντας βρισιές -αυτές αντικαθιστούσαν το αναισθητικό που ήταν ανύπαρκτο στο νοσοκομείο...».

Πολλές προσωπικότητες παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου: Η Άννα Αχμάτοβα, κορυφαία ποιήτρια του ακμεϊσμού και πιστή φίλη του ζεύγους. Ο Μαξίμ Γκόρκι: «Οταν απευθυνθήκαμε σ' αυτόν με την παράκληση να δώσει στον Μαντελστάμ ένα παντελόνι κι ένα πουλόβερ, ο Γκόρκι διέγραψε τη λέξη "παντελόνι" και είπε "Θα τα καταφέρει και χωρίς αυτό..."». Ο Μπορίς Πάστερνακ και οι αμφιλεγόμενες προσπάθειές του να μεταπείσει τον Στάλιν να επανεξετάσει την υπόθεση του ποιητή. Ο νεότερος ποιητής Κόλια Τίχονοφ, ο οποίος έκρινε τα λογοτεχνικά χειρόγραφα: «Ποιος είναι όμως ο Μαντελστάμ, που δεν υπολογίζει κανέναν, κι από πάνω μας ζητάει σπίτι και δουλειά;».

Γεννημένος στη Ρίγα της Λετονίας το 1891, με γερμανοεβραϊκές ρίζες, ο Όσιπ Μαντελστάμ σπούδασε στο Παρίσι, τη Χαϊδελβέργη, την Πετρούπολη, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη κουλτούρα. Αγαπούσε την παλαιορωσική λογοτεχνία, ενώ «ο Μαρξ τον είχε ελκύσει όταν ήταν γυμνασιόπαιδο -κι εκεί έληξε η υπόθεση». Ταξίδεψε στην Ιταλία και γοητεύτηκε από την «πανανθρώπινη γη» της Μεσογείου που συνδεόταν με την παγκόσμια κουλτούρα. Πίστευε στη νίκη της επανάστασης, απογοητεύτηκε όμως όταν είδε ότι ο ενθουσιασμός έδωσε τη θέση του στην απληστία, στην παρακμή και την αδράνεια.

Εκπρόσωπος του ακμεϊσμού, παραλλήλιζε τον εαυτό του με οικοδόμο που χτίζει στη γη κάτι όμορφο: «Η αίσθηση του κόσμου για τον καλλιτέχνη είναι ταυτοχρόνως όπλο και μέσο, όπως το σφυρί στα χέρια του λιθοξόου, και η μοναδική πραγματικότητα είναι το ίδιο το έργο» έγραφε στην «Αυγή του ακμεϊσμού».

«"Η ποίηση είναι εξουσία" έλεγε ο Ο.Μ. "Και εφόσον σκοτώνουν για χάρη της, τη φοβούνται". Συμπεριφερόταν ως κάτοχος της εξουσίας κι αυτό απλούστατα φιτίλιαζε όσους επιδίωκαν να τον εξοντώσουν» γράφει η σύζυγός του, η οποία σχεδόν ώς το τέλος της ζωής της, το 1980, αναγκαζόταν να μετακινείται σε διαφορετικές πόλεις της Ρωσίας, ζώντας ως δασκάλα ξένων γλωσσών και από ασήμαντες μεταφράσεις που δημοσίευε με ψευδώνυμο.



Δεν υπάρχουν σχόλια: