Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν




Τα ποιήματα στο δρόμο

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
     Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
     Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
     Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
     Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
     Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
     Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
     Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο. 

Χουλιαράς Νίκος
(από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998) 

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπι και οι βιβλιοκριτικές φιλοφρονήσεις...



Η υπεράσπιση της Ποίησης! Ένα θαυμάσιο κείμενο από τον Κ.Κουτσουρέλη για την μάστιγα των ποιητικών εκδόσεων που πνίγει μέσα στο χάος της μετριότητας και τους ταλαντούχους. Το πρόβλημα δεν είναι όμως στους δυστυχείς που θεωρούν ότι γράφουν ποίηση. Το πρόβλημα είναι στους εκδότες που επειδή πληρώνονται εκδίδουν ανεξέλεγκτα, αλλά και στην διαπλοκή των σχέσεων εκδοτών και καταξιωμένων ήδη ποιητών από τους αναγνώστες, που τους υποχρεώνει να παρουσιάζουν πάντα κολακευτικά, στιχάκια που ούτε καν θα διάβαζαν, αν δεν ήταν υποχρεωμένοι.


________________________________________


Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπι

Η πλειονότητα των συλλογών που εκδίδονται μαρτυρούν προσπάθειες του ποδαριού, οι δε βιβλιοκριτικές θυμίζουν φιλοφρονήσεις
Του Κώστα Κουτσουρέλη*

Με μισή χιλιάδα συλλογές κάθε χρόνο, με πλήθος ειδικά περιοδικά, έντυπα και δικτυακά, με εκδηλώσεις και δημόσιες αναγνώσεις ων αριθμός ουκ έστι, η ελληνική ποίηση σήμερα μοιάζει τερέν αχανές και αχαρτογράφητο. Ποιος γίνεται να ισχυριστεί ότι έχει εποπτεία;

Κείμενα κριτικά που να τη συζητούν ως όλο, με πρόθεση συνθετική, λείπουν περίπου παντελώς.

Παλιές διακρίσεις του συρμού, όπως το αρμάθιασμα των ποιητών ανά γενιές ή δεκαετίες, απ’ το πολύ της χρήσεως έχουν ξεπέσει. Η βιβλιοκριτική, όταν την καταδέχεται, είναι σποραδική, ευκαιριακή, αμέθοδη. Τις περισσότερες φορές μοιάζει με φιλοφρόνηση ή δελτίο Τύπου.

Μες σ’ όλα αυτά, υπάρχει ωστόσο κάτι που καθιστά τον προσανατολισμό εφικτό. Ενα στοιχείο ευεργετικό, που ξεθολώνει άρδην την εικόνα και ξεδιπλώνει εμπρός στα μάτια μας ένα τοπίο διαυγές, σαφές, προσδιορισμένο. Αυτό το κάτι είναι ο ντιλεταντισμός! (ερασιτεχνική απασχόληση με την Τέχνη)

Στη συγκινητική τους πλειονότητα, τα ποιήματα που βλέπουν σήμερα το φως είναι τόσο άτεχνα, τόσο του ποδαριού, προδίδουν τέτοια άγνοια για τα βασικά, που ενίοτε περνούν για φάρσα ή σαρδόνιο χιούμορ. Ωστόσο όχι, δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με παρωδία. Τα έργα αυτά κυκλοφορούν από εκδότες ευυπόληπτους, προβάλλονται, επαινούνται. «Ποτέ στα σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά», λέει κάπου ο Βαγενάς, «δεν δημοσιεύονταν αναλογικά τόσοι ασήμαντοι στίχοι όσοι σήμερα - καμία σοβαρή εφημερίδα δεν θα αφιέρωνε -όπως στις μέρες μας- μιαν ολόκληρη σελίδα για να παρουσιάσει, ως ποιητικά σημαντικές, στιχουργικές ενασχολήσεις ερασιτεχνών»...

Ο ντιλεταντισμός δεν είναι εξαίρεση, μια ακόμη νοσηρότητα από τις πολλές. Είναι ο σφυγμός, η βαθύτερη ουσία της ποίησής μας σήμερα. Διαπλάθει αναγνώστες, επηρεάζει εγκεφάλους, διαπαιδαγωγεί. Κάνει την ελαφρότητα ντεκόρ που κυριαρχεί. Μες στη φαιδρότητά του, κάθε τι σοβαρό βαπτίζεται σχολαστικό, κάθε τι απαιτητικό προσγράφεται ασυζητητί στην πλήξη. Αν τον καιρό του Αχιλλέα Παράσχου έπρεπε να ’σουν φαφλατάς, σήμερα αν θέλεις καν να σε ονομάζουν ποιητή, οφείλεις να ’σαι ντιλετάντης.

Ο ντιλετάντης είναι πανταχού παρών. Το πλήρες του εγώ πληροί τα πάντα. Νόημα της τέχνης, καλαισθητική φιλοδοξία, σκοπός; κινέζικα στα μάτια του... Γι’ αυτόν προέχει «να εκφραστεί», να εκτονωθεί, να μας μιλήσει για όλα αυτά που τον σκοτίζουν. Η ποίηση γι’ αυτόν είναι φυγή, είναι «απόδραση», «μας ταξιδεύει». Αλλιώς, μια κούρα ή ένα σαφάρι εμπειριών, που έχει πάντως το προσόν να μη στοιχίζει.

Ο ντιλετάντης είναι ασυμβίβαστος. Κατά κανόνα αγνοεί το έργο των συγχρόνων του, μάλιστα επαίρεται γι’ αυτό. Ακόμη και τους μέγιστους Νεκρούς τους αποφεύγει. Η λογοτεχνική του κατάρτιση είναι θεμελιωμένη ακλόνητα στα εφηβικά του ξεφυλλίσματα. Στα έργα του πενηντάρη σήμερα, βλέπει κανείς -πόσο έντιμο! - τι διάβαζε όταν ήταν στα θρανία.

Ο ντιλετάντης είναι πρωτοπόρος. Δηλώνει αναφανδόν μοντέρνος. Από τα χούγια των νεωτερικών, απ’ τον ερμητισμό, τη σκοτεινότητά τους, καταλαβαίνει ένα κυρίως: ότι έχει την άδεια να κάνει ό, τι του αρέσει. Ο πεπρωμένος στίχος του είναι ασφαλώς ο «ελεύθερος» - όσο πιο λάσκα ρέει και πιο χαλαρά, τόσο πιο αυθόρμητος ακούγεται και ωραίος.

Ο ντιλετάντης είναι αυθεντικός. Η έμπνευση τον πιάνει απ’ τον λαιμό έτσι φορτικά, ώστε ποτέ δεν της προτάσσει αντίσταση. Αν του κουνήσεις ένα κόμμα ή ένα «και», το νιώθει εχθρική εισβολή. Ο ξαναδουλεμένος στίχος είναι για κείνον ψεύτικος, σημείο νοθείας. Η ποίηση όλη οφείλει να αναπηδά ακατέργαστη απ’ το αίσθημα, ο ποιητής να είναι online με τη Μούσα.

Ο ντιλετάντης είναι οπαδός. Τα ίδια τα έργα ελάχιστα τον νοιάζουν. Οι ήρωες που μαρτύρησαν για να τα φτιάξουν, μ’ αυτούς ταυτίζεται, αυτοί είναι που λατρεύει, οι αποσυνάγωγοι, οι σαλοί, οι αυτόχειρες: ο Καρυωτάκης και η Σύλβια Πλαθ, η Κατερίνα Γώγου, ο Λάγιος, ο Καρούζος, ο Μπουκόφσκι, όλοι όσοι ακούγεται ότι πόνεσαν πολύ. Γιατί και ο ίδιος ξέρει από πόνο...

Στα θέματά του ο ντιλετάντης ιδιωτεύει. Πάνω στη φούρια του να εξομολογηθεί, ποτέ του δεν αναρωτιέται τι και πώς, σε ποιον εντέλει απευθύνεται - του αρκεί ο καθρέφτης. Στις συναναστροφές του, αντίθετα, είναι κοινωνικός. Συχνάζει μ’ άλλους ντιλετάντες σε καφέ, σε μπαρ, σε ποιητικά εργαστήρια. Δημοσιεύει σε όλα τα έντυπα ή τα μπλογκ, γράφει για όλους και όλες, πάει, μιλάει παντού. Κι οι άλλοι όλοι του το ανταποδίδουν.

Εννιά στις δέκα, είναι αισθηματίας. Ο Ελύτης και η Δημουλά, η Πολυδούρη, ο Χριστιανόπουλος, ο Τάσος Λειβαδίτης είναι οι αγαπημένοι του, και ουδέποτε χάνει ευκαιρία να τους διασύρει. Αραιά και πού είναι λόγιος. Ομως τότε του δίνει και καταλαβαίνει: τα στιχουργήματά του είναι γεμάτα αφορισμούς, αξιώματα ποιητικής, κατεβατά διακειμενικά, τσιτάτα - κοπιάρει από παντού ασταμάτητα. Οσοι τολμήσουν δε να του το πουν, τους κατακεραυνώνει: «mature poets steal»! (Που λέει κι ο Ελιοτ...).

Ο ντιλετάντης έχει αυτογνωσία. Οσάκις ερωτάται «τι είναι ποίηση» θεωρεί καθήκον του να μην εκφέρει τίποτε υποδεέστερο από ένα: «Η Ποίηση είναι η γλώσσα του ύψιστου υπερβατικού...». Ή ένα: «Η Ποίηση είναι η μόνη έκφραση του μόνου Εγώ». Και σ’ όσους τον κοιτάξουν δύσπιστοι, τους απαντά επιτιμητικά - με τη στραβή ματιά του μυημένου.

Στη στάση του έναντι του κοινού ο ντιλετάντης είναι τσεκουράτος. Φωνάζει παραστάτη του τον Χαίλντερλιν και στηλιτεύει τον «μικρόψυχο καιρό».

Οι αναγνώστες σήμερα; Είναι απαράδεκτοι, βάρβαροι, όχλος! Α, η αμορφωσιά, το επίπεδο, οι εκδότες, τα μπεστ-σέλερ...

Πολιτικά ο ντιλετάντης είναι καθωσπρέπει. Κοσμοπολίτης απ’ την κούνια του, βδελύσσεται τη βαλκάνια επαρχία που του έλαχε. Σείει τον δείκτη του προτεταμένο όταν μιλούν για ελληνικότητες και τέτοια. Νοιάζεται για τους μετανάστες, τους φτωχούς, το κλίμα που παραζεσταίνεται, τα gender studies. Τα ποιήματά του διανθίζονται μ’ ευχές ειρήνης απ’ τους Μπητλς ή από τον Γκάντι.

Με μία λέξη, ο ντιλετάντης μας είναι ευτυχής. Ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τη χώρα ή τη στιγμή όπου ζει, μες στην ανέμελή του αυτάρκεια δεν ξέρει από ευθύνες. Εναντι αυτών που τον διαβάζουν, λ. χ. Ή έναντι μιας παράδοσης ποιητικής αιώνων. Ή, έστω, της γλώσσας όπου γράφει. Αυτός κάνει το χόμπι του επιτέλους! Δεν ξέρει καν ότι παρασιτεί. Αλλά και να το γνώριζε, γιατί να ενδιαφερθεί; Ο ντιλετάντης δεν λογοδοτεί· γι’ αυτό είναι ντιλετάντης.

*Ο κ. Κ. Κουτσουρέλης είναι ποιητής

Το άρθρο εδώ