Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Montero: ...έτσι στην κατανόηση της τύχης, της τόσο εύθραυστης του να ζεις, τα μάτια πετυχαίνουν να διασταυρωθούν στην ατέλειωτη μοναξιά του χρόνου.




Aκρωτήριο Σούνιο

Με το πέρασμα των χρόνων,
τί θα αισθανθώ διαβάζοντας αυτά τα ερωτικά
ποιήματα που σου γράφω τώρα;
Αναρωτιέμαι, επειδή είναι γυμνή
η ιστορία της ζωής μου μπροστά μου,
αυτό το ξημέρωμα της οικειότητας,
όπου το φως είναι άμεσο και κόκκινο
κι εγώ είμαι αυτός που είμαι
και τα λόγια
διατηρούν τη ζεστασιά του κορμιού που τα λέει.

Θα είναι μνήμη και σάρκα του παρόντος μου
ή μόνο ταπείνωση, πληγή ανέπαφη.
Αλλά με το πέρασμα του χρόνου,
όταν ο πόνος και η ευτυχία εξαντλούνται μαζί μας,
θα ήθελα αυτοί οι ηττημένοι στίχοι
να είχαν το αίσθημα
και την ηρεμία που έχουν τα κλασικά ερείπια.
Όπως η λέξη πάντα, κρυμμένη στο χορτάρι,
ανυψώνεται με το κορμί μισοτσακισμένο,
όπως ο έρωτας, σαν ένα διάζωμα φθαρμένο,
διατηρεί την αξιοπρέπεια απέναντι στο γαλάζιο τ' ουρανού
κι όπως στο κρύο μάρμαρο ενός αρχαίου πάθους
ρομαντικοί ταξιδιώτες επιβεβαιώνουν
τον φόρο τιμής στο όνομά του,
έτσι στην κατανόηση της τύχης, της τόσο εύθραυστης του να ζεις,
τα μάτια πετυχαίνουν να διασταυρωθούν
στην ατέλειωτη μοναξιά του χρόνου.

Luis García Montero
Mετ. Μαριάννα Τζανάκη



Luis García Montero (Granada, 4 de diciembre de 1958). Poeta, profesor de Literatura Española en la Universidad de Granada.

Descendiente de una familia granadina muy presente en la vida local, Luis García Montero nació en esta ciudad en 1958 como hijo de Luis García López y Elisa Montero Peña, y cursó estudios en el colegio de los Escolapios. En su adolescencia se aficionó a la hípica y conoció a Blas de Otero.

En la Universidad de Granada estudió Filosofía y Letras, donde tuvo por profesor a Juan Carlos Rodríguez Gómez, teórico de la literatura social, hasta licenciarse en 1980 y doctorarse más tarde (1985) con una tesis sobre Rafael Alberti, La norma y los estilos en la poesía de Rafael Alberti. Sostuvo con el poeta del 27 una gran amistad y preparó la edición de su Poesía Completa.

Comenzó a trabajar como profesor asociado en la Universidad de Granada en 1981. Recibió el Premio Adonáis en 1982 por El jardín extranjero. Realizó su memoria de licenciatura en 1984 sobre El teatro medieval. Polémica de una inexistencia.

Se vinculó al grupo poético de La otra sentimentalidad, corriente que en la poesía española contemporánea toma el nombre de su primer libro en conjunto, publicado en 1983, y en la que también participaron los poetas Javier Egea y Álvaro Salvador; la poética del grupo queda reflejada sobre todo en ese breve libro y en menor medida en el opúsculo Manifiesto albertista (1982) de Luis García Montero y Javier Egea. Su trayectoria personal se fue ampliando en lo que se fue conociendo más tarde como Poesía de la experiencia, y se caracteriza por la tendencia general a diluir el yo más personal en la experiencia colectiva alejándose de la individualidad estilística y temática de los autores novísimos anteriores; García Montero y su grupo sin embargo trataron de relacionarse con la tradición poética anterior acogiéndose a los postulados de Luis Cernuda y Jaime Gil de Biedma y trataron de unir la estética de Antonio Machado y las posiciones de la generación del 50, sin olvidar el surrealismo ni las mejores imágenes de los poetas del barroco español o de Juan Ramón Jiménez.

La característica más resaltada de Luis García Montero es el narrativismo histórico-biográfico de sus poemas, de una estructura casi teatral o novelística con un personaje o protagonista que cuenta o vive su historia a través de la memoria, del recuerdo o del deseo. Como principal exponente de esta corriente en su trayectoria literaria se identifican conciencia poética, responsabilidad social y meditación moral.

Su poesía se caracteriza por un lenguaje coloquial y por la reflexión a partir de acontecimientos o situaciones cotidianas, sin llegar a los límites del “realismo sucio” de, por ejemplo, Roger Wolfe.

Ha editado las Rimas de Gustavo Adolfo Bécquer, entre otros trabajos teóricos. También ha cultivado el ensayo y es columnista de opinión. Entre los galardones poéticos que ha obtenido destacan el Premio Federico García Lorca, el Premio Loewe, el Premio Adonáis de poesía y el Premio Nacional de Poesía con el que fue galardonado en 1995, y el Premio Nacional de la Crítica en el 2003. Desde 1994 comparte su vida con la escritora Almudena Grandes. El viernes 8 de junio de 2007 apadrinó a la IX Promoción de Licenciados en Humanidades de la Facultad de Humanidades de Albacete en la Universidad de Castilla-La Mancha.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Το σονέτο είναι ένα νόμισμα. Η μια πλευρά του φανερώνει Την ψυχή, η άλλη, σε ποια Εξουσία πρέπει να πληρωθεί...


Το σονέτο

Το σονέτο είναι το μνημείο μιας στιγμής ,
Μνημείο από την αιωνιότητα της ψυχής
Για μια νεκρή αθάνατη ώρα. Πρόσεξε πρόκειται για
Εξαγνιστική μυσταγωγία ή φοβερό οιωνό,
Της επίπονης πλήρωσής του ταπεινό.
Λάξεψέ το σε φίλντισι ή σε έβενο,
Σαν τη Μέρα ή τη Νύχτα να βασιλέψει. Και άσε το Χριστό να δει
Την περίφημη περικεφαλαία του στολισμένη μαργαριτάρια και ανατολή.

Το σονέτο είναι ένα νόμισμα. Η μια πλευρά του φανερώνει
Την ψυχή, η άλλη, σε ποια Εξουσία πρέπει να πληρωθεί.
Σαν υποτέλεια στις σεβαστές επικλήσεις
Της ζωής, ή σαν Χάρισμα στης Αγάπης την υψηλή ακολουθία
Υπηρετεί· ή, στη μέση σκοτεινού κυματοθραύστη υπόκωφη ανάσα,
Στου Αμαξά την παλάμη, πληρώνει φόρο στο Θάνατο.

Dante Gabriel Rossetti
Μετ. Ζωή Ν. Νικολοπούλου

Αφιερωμένο στον φίλο που μου έστειλε σήμερα τους υπέροχους πίνακες του Rossetti και του Dicksee και τον ευχαριστώ πολύ!



Από την καλαίσθητη έκδοση του Ηριδανού



Ο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι (12 Μαΐου, 182810 Απριλίου, 1882) ήταν Άγγλος ποιητής, ζωγράφος και μεταφραστής.

Γιος του Ιταλού μετανάστη ποιητή Γκάμπριελ Ροσέτι, ο Ντάντε γεννήθηκε στο Λονδίνο. Η οικογένειά του και οι φίλοι του τον φώναζαν Γκάμπριελ, αλλά στα δημοσιευμένα έργα του έβαζε πρώτο το όνομα Ντάντε, λόγω των λογοτεχνικών συσχετισμών με τον Ιταλό ποιητή Δάντη. Ήταν αδερφός της ποιήτριας Κριστίνα Ροσέτι και του κριτικού Ουίλιαμ Μάικλ Ροσέτι, και ιδρυτής της Προ-Ραφαηλιτικής Αδερφότητας, μαζί με τους Τζον Έβερετ Μιλέ και Ουίλιαμ Χόλμαν Χαντ.

Από πολύ μικρή ηλικία, έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Όπως όλα τα αδέρφια του, ήθελε να γίνει ποιητής. Ωστόσο, πιο πολύ φιλοδοξούσε να γίνει ζωγράφος, και έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στην Ιταλική Μεσαιωνική τέχνη. Μαθήτευσε κοντά στον ζωγράφο Φορντ Μάντοξ Μπράουν, με τον οποίο διατήρησε στενή φιλία σε όλη του τη ζωή.

Μετά την έκθεση του πίνακα του Χόλμαν Χαντ The Eve of St. Agnes, ο Ροσέτι επιζήτησε την φιλία του Χαντ. Ο πίνακας ήταν η απεικόνιση ενός ποιήματος του τότε όχι και τόσο γνωστού ποιητή Τζον Κιτς. Το ποίημα του ίδιου του Ροσέτι με τίτλο "The Blessed Damozel" αποτελούσε μίμηση του Κιτς, και έτσι ο Ροσέτι πίστεψε πως ο Χαντ ίσως συμμεριζόταν τα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά του ιδανικά. Μαζί διαμόρφωσαν τη φιλοσοφία της Προ-Ραφαηλιτικής Αδερφότητας. Ο Ροσέτι ενδιαφερόταν πάντα περισσότερο για τα μεσαιωνικά παρά για τα σύγχρονα στοιχεία του κινήματος αυτού. Είχε δημοσιεύσει μεταφράσεις του Δάντη και άλλων Ιταλών ποιητών του Μεσαίωνα, και προσπαθούσε να ενσωματώνει και στην τέχνη του το στυλ και τα χαρακτηριστικά των Ιταλών ζωγράφων.

Ωστόσο, οι πρώτοι πίνακες του Ροσέτι χαρακτηρίζονται από το ρεαλισμό του Προ-Ραφαηλιτικού κινήματος (όπως οι πίνακες "Girlhood of Mary, Virgin" και "Ecce Ancilla Domini" ). Αργότερα, άρχισε να προτιμά περισσότερο συμβολικές και μυθολογικές εικόνες, παρά ρεαλιστικές. Αυτό ισχύει και για την μεταγενέστερη ποίησή του.

Αν και είχε την υποστήριξη του Τζον Ράσκιν, η κριτική προς τους πίνακές του τον έκανε να αποσυρθεί από τις δημόσιες εκθέσεις, και να στραφεί προς την πώληση των έργων του σε ιδιώτες. Τα έργα του της δεκαετίας 1850 ήταν εμπνευσμένα από ποιήματα του Δάντη Αλιγκιέρι, όπως το La Vita Nuova (το οποίο ο Ροσέτι είχε μεταφράσει στα αγγλικά) και από το βιβλίο του Τόμας Μάλορι Morte d'Arthur. Το όραμά του σχετικά με τους μύθους του Αρθουριανού κύκλου και το μεσαιωνικό σχέδιο ενέπνευσε και τους φίλους του εκείνης της εποχής, Ουίλιαμ Μόρις και Έντουαρντ Μπερν Τζόουνς.

Αυτές οι εξελίξεις προκλήθηκαν από γεγονότα της προσωπικής του ζωής, και συγκεκριμένα από τον θάνατο της συζύγου του Ελίζαμπεθ Σίνταλ, η οποία είχε πάρει υπερβολική δόση λαβδάνου, όταν το παιδί της γεννήθηκε νεκρό. Ο Ροσέτι υπέφερε από κατάθλιψη, και έθαψε το μεγαλύτερο μέρος των αδημοσίευτων ποιημάτων του στον τάφο της στο Κοιμητήριο Highgate. Εξιδανίκευσε την εικόνα της ως Βεατρίκη του Δάντη σε αρκετούς πίνακες όπως στη "Ευτυχισμένη Βεατρίκη" ("Beata Beatrix").

Αυτοί οι πίνακες επρόκειτο να αποτελέσουν μεγάλη επιρροή στην διαμόρφωση του κινήματος του Ευρωπαϊκού συμβολισμού. Η απεικόνιση των γυναικών ήταν σχεδόν μανιωδώς στυλιζαρισμένη. Είχε την τάση να απεικονίζει την νέα ερωμένη του Φάνι Κόρνφορθ ως την επιτομή του ερωτισμού, ενώ μία άλλη ερωμένη του, την Τζέιν Μπέρντεν, σύζυγο του συνεργάτη του Ουίλιαμ Μόρις, ως αιθέρια θεά.

Το 1871, μετά από παρότρυνση των φίλων του, ο Ροσέτι ανέσυρε τα ποιήματά του από τον τάφο της γυναίκας του και τα δημοσίευσε. Η δημοσίευσή τους δημιούργησε αντιπαραθέσεις, καθώς πολλοί θεώρησαν ότι χαρακτηρίζονταν από υπερβολικό ερωτισμό και αισθησιασμό.

Προς το τέλος τη ζωής του, ο Ροσέτι είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του εθισμού του στα ναρκωτικά και την δική του πνευματική αστάθεια, που χειροτέρευε από την αντίδρασή του στην σκληρή κριτική προς τα ποιήματά του που είχε ανασύρει από τον τάφο της γυναίκας του. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια απομονωμένος. Πέθανε στο Κεντ της Αγγλίας.

Ήταν 9 Απριλίου 1882, Κυριακή του Πάσχα, και θάφτηκε στο Μπέρτσινγκτον-Ον-Ση, μακριά από τον τάφο της Ελίζαμπεθ, όπως είχε ζητήσει.

Πηγή βιογραφίας: Βικιπαίδεια

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Isabel de los Αng. Ruano: Η λέξη μου είναι ακατέργαστη και τραχιά Εγώ δεν έχω φιλοφρονήσεις για κανέναν, αλλά κόβω τριαντάφυλλα, ιππεύω τα όνειρά μου


Τα διάφορα πρόσωπα της Isabel de los Αngeles Ruano
Φωτό από το βιβλίο: Ποιητές από την Γουατεμάλα του 20ου αιώνα


Tρία ευέλικτα ποιήματα (I)

Το σπίτι δεν έχει ούτε τοίχους,
ούτε πόρτες
αλλά είναι το σπίτι μου,
όπως το άλογό μου χωρίς οπλές,
το άλογό μου χωρίς σέλα,
όπως τα τραχιά όνειρά μου
όπως αυτή η σκληρή λέξη
όπως αυτό το τραχύ λαρύγγι
το λαρύγγι μου.

Ιππεύω την αυγή
και κόβω τα τριαντάφυλλα της άνοιξης.
Τα ρόδα μου δεν έχουν πέταλα
μόνο αγκάθια
αλλά είναι τα ρόδα μου.
Η λέξη μου είναι ακατέργαστη
και τραχιά
Εγώ δεν έχω φιλοφρονήσεις για κανέναν,
αλλά κόβω τριαντάφυλλα,

ιππεύω τα όνειρά μου και τ' άλογό μου,
ζω στο σπίτι μου
και μιλώ με τη λέξη μου.

Isabel de los Ángeles Ruano
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Μία από τις πιο εντυπωσιακές ποιήτριες που έχω συναντήσει, είναι μία ποιήτρια από την Γουατεμάλα, η Isabel de los Αngeles Ruano.
Γεννήθηκε στην Πόλη της Γουατεμάλας το 1945, αλλά μέρος της παιδικής της ηλικίας το πέρασε στο Μεξικό. Σύμφωνα με τη βιογραφία της στη σελίδα της Página de Literatura Guatemalteca, η Isabel de los Angeles Ruano το 1964 έλαβε το πτυχίο της ως δασκάλα της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 1966, σε ηλικία 21 χρόνων, ταξίδεψε και πάλι στο Μεξικό όπου δημοσίευσε το πρώτο της βιβλίο ποιημάτων με τίτλο Καρυάτιδες, με πρόλογο του Ισπανού ποιητή, León Felipe, ο οποίος της είπε: ‘Είσαι ένα παιδί, ένας άγγελος, μια ποιήτρια. Έχεις ένα πεπρωμένο. Κι έχεις έρθει να πεις κάτι’. Επέστρεψε στην Γουατεμάλα το 1967 και άρχισε να δουλεύει στα ΜΜΕ ως δημοσιογράφος. Στο τέλος της δεκαετίας του ογδόντα άρχισε να υποφέρει από ψυχικές διαταραχές και αφιερώθηκε στο να γυρνάει στο κέντρο της πρωτεύουσας ως πλανόδιος πωλητής σαπουνιών, αποσμητικών και λοσιόν μαζί με τους στίχους της, ντυμένη άντρας και χρησιμοποιώντας μια ολόκληρη σειρά αντρικών ονομάτων. Σήμερα εξακολουθεί να κάνει το ίδιο, ντυμένη άντρας πάντα και εκτός πραγματικότητας.
Το 2001 το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού της απένειμε το Εθνικό Βραβείο της Λογοτεχνίας, Miguel Angel Asturias. Κατά την απονομή, ο Ειδικός Σύμβουλος Λογοτεχνίας του Υπουργείου Πολιτισμού, είπε, ότι μόνο σ' αυτήν υπάρχει μια ηρωική, απροσμέτρητη συνοχή ζωής και έργου.
Ο Πανεπιστημιακός Marco Antonio "El Bolo" Flores, στο βιβλίο του «Κριτική των ποιητών της Γουατεμάλα του εικοστού αιώνα», λέει κατά λέξη: «Πιστεύω ότι η Ruano είναι μία από τις πιο σημαντικές ποιήτριες του εικοστού αιώνα, και ίσως μία από τις πιο αυθεντικές και ανατρεπτικές φωνές. Για 'κείνη, η ποίηση αποτελεί τον πυρήνα της ύπαρξής , είναι «το κέντρο στο τιμόνι του αίματος», είναι η ουσία, η υψηλότερη έκφραση της ψυχής, είναι ένα προνόμιο, ένα βήμα που μας φέρνει πιο κοντά σε μια ομοιότητα με το θείο».

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Σ' ένα κόσκινο ρίχνω λέξεις. Τις πιο όμορφες ποτέ δε θα τις έχω...


Σ'ΕΝΑ ΚΟΣΚΙΝΟ

Σ' ένα κόσκινο
ρίχνω λέξεις.
Τις πιο όμορφες
ποτέ δε θα τις έχω.
Για πάντα χαμένες
μέσα στα λεπτά δίχτυα
της ζωής.

Μακριά σαν μια κλωστή, η βελόνα
με βελονιά τραχιά, αβέβαιη.
Ράβω νεκρές ελπίδες
σε παράξενους σάκους, λερωμένους,
σε σχήματα επιμήκη.

Montserrat Abelló
Vida diaria, 1963. Traducción de Neus Aguado.
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Montserrat Abelló (Tarragona, 1918). Poeta y traductora. Además de su obra poética, como Vida diària (1963), Foc a les mans (1990), o Dins l'esfera del temps (1998), premio Crítica Serra d'Or, cabe destacar sus traducciones de poetas anglosajonas, sobre todo de Sylvia Plath. También traduce al inglés textos de Salvador Espriu i Mercè Rodoreda, entre otros, que contribuyen decisivamente en la difusión de la literatura catalana en el extranjero.

La poesía de Monserrat Abelló se caracteriza por el verso corto, las imágenes sugerentes, el tono incisivo y un cuidado ritmo interno. El amor, la soledad, el paso del tiempo y la misma creación poética son sus temas más habituales.

En el año 2002 reune su obra poética en un único volumen, Al cor de les paraules, galardonado con el premio Cavall Verd de poesía del 2003, el premio Quima Jaume de reconocimiento a la creación poética del 2003, y el premio Lletra d'Or del mismo año. Comprometida con los movimientos feministas des de la década de 1970, es autora de algunas antologías de poesía hecha por mujeres, entre las que destaca Cares a la finestra: vint dones poetes de parla anglesa del segle XX (1993). En 2007 recibe el premio Cavall Verd-Rafael Jaume por las traducciones de Sylvia Plath, y en 2008 el premio Jaume Fuster de los escritores catalanes y el Premi d'Honor de les Lletres Catalanes.

Es socia de honor de la Associació d'Escriptors en Llengua Catalana.


EN UNA CRIBA…

En una criba
lanzo palabras.
Las más bellas
nunca podré tenerlas.
Por siempre perdidas
entre las finas mallas
de la vida.

Larga como un hilo, la aguja
de puntada áspera, insegura.
Coso esperanzas muertas
en sacos extraños, manchados,
de formas alargadas.

Vida diaria, 1963. Traducción de Neus Aguado.

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Οι Φωνές σας είναι ότι πιο καθαρό και υπέροχο υπάρχει στον κόσμο. Και είστε εσείς που τις δημιουργήσατε. Σας ευχαριστώ. Δική σας Alejandra Pizarnik


Στον Antonio Porchia

II

Μπουένος Άιρες 20 Απριλίου 1963

Αγαπητέ φίλε Antonio Porchia:

Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το ανομολόγητο; Μόνο μέσα από τις Φωνές. Μόνο αυτές έχουν καταφέρει να κάνουν πλήρη αυτή τη γλώσσα, μόνο αυτές μπόρεσαν να γεμίσουν με αίμα τις λέξεις και να τις μετατρέψουν στη Λέξη, τη μόνη έγκυρη. Αν δεν συλλογιζόμουν το μεγάλο μου σεβασμό σε σας, ίσως να μην έστελνα αυτές τις γραμμές. Μια άποψη είναι να μιλήσουμε για τις Φωνές σ' ένα ανώνυμο ακροατήριο και μια άλλη στον δημιουργό τους. Δεν είναι δυνατόν -τουλάχιστον στην περίπτωσή μου- να τις εξηγήσω ή να τις σχολιάσω· το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι όσο τις διάβαζα, αυτές -που περιέχουν όλες τις απαντήσεις- μου δημιούργησαν μια σιωπηλή ηχώ που δεχόμουν γλυκά. Μια ηχώ σαν προερχόμενη προ αμνημονεύτων ετών, που σαν ν' αναφερόταν στις δικές μας ρίζες, στα βάθη της ζωής. Μου συνέβη μια από 'κείνες τις διαδικασίες αναπόλησης, που μπορούν να φέρουν μόνο οι μεγάλες και ευτυχείς συναντήσεις. Και το οφείλω σε σας. Οι Φωνές σας είναι ότι πιο καθαρό και υπέροχο υπάρχει στον κόσμο. Και είστε εσείς που τις δημιουργήσατε. Σας ευχαριστώ.

Δική σας
Alejandra Pizarnik



Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Antonio Porchia, φωτογραφία από το “Crisis” Περιοδικό No 37 – έτος 1976

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

...αναρωτιέμαι πώς θα ήταν χωρίς εσένα η ποίησή μου. Αν και μάλλον ήμουν εγώ αυτός που σε δίδαξε....να έρχεσαι στα όνειρά μου... διαφθείροντάς τα



Μετά το θάνατο του Jaime Gil de Biedma

Στον κήπο, διαβάζοντας,
η σκιά του σπιτιού μου σκοτεινιάζει τις σελίδες
και το αιφνίδιο κρύο του τέλους του Αυγούστου
με κάνει να σε σκέφτομαι.

Ο κήπος και το κοντινό σπίτι
όπου τιτίβιζαν τα πουλιά στ' αναρριχώμενα,
μια αυγουστιάτικη νύχτα, όταν πήγαινε να σκοτεινιάσει
και κρατιόταν ακόμα το βιβλίο στο χέρι,
ήταν, θυμάμαι, σημάδι δικό σου του θανάτου.
Μακάρι στην κόλαση των τελευταίων σου ημερών
να σου έδινα αυτή την ψευδαίσθηση
λίγη γλυκύτητα, παρόλο που δεν το πιστεύω.

Ειρηνικά στο τέλος μαζί μου,
μπορώ πια να σε θυμάμαι,
όχι στις τρομερές ώρες, αλλά εδώ
το καλοκαίρι του περασμένου χρόνου,
όταν ασφυκτικά
-τόσοι μήνες διαγραμμμένοι-
επιστρέφουν οι ευτυχισμένες εικόνες
προδομένες από την εικόνα του θανάτου...
Αύγουστος στον κήπο, καταμεσήμερο.

Ποτήρια από λευκό κρασί
αφημένα στο γρασίδι, κοντά στην πισίνα,
ζέστη κάτω απ' τα δέντρα. Και φωνές
που φωνάζουν ονόματα.
---------------------------Άνχελ,
Χουάν, Μαρία Ρόσα, Μαρθελίνο, Χοακίνα
-Χοακίνα με στηθάκια μήλου.
Εσύ επέστρεφες γελώντας απ' το τηλέφωνο
αναγγέλοντας περισσότερο κόσμο που ερχόταν:
σε θυμάμαι να τρέχεις,
τη σβηστή έκρηξη του κορμιού σου στο νερό.

Και τις νύχτες επίσης της απόλυτης ελευθερίας
στο ευρύχωρο σπίτι, όλο για μας,
ίδιο με εγκαταλελειμμένο μοναστήρι,
και η νοσταλγία για τις μυστικές πόρτες,
εκείνο το τρέξιμο προς τα δωμάτια,
το ψάξιμο στις ντουλάπες
και η διασκεδαστική εναλλαγή
από το γύμνωμα στη μεταμφίεση, ξεσκονίζοντας
ρόμπες, ψηλές μπότες και σλιπάκια,
παρορμητικές σκηνές,
παλιά ερωτικά όνειρα της εφηβείας μας,
αγόρι μοναχικό.
------------------Θυμάσαι την Καρμίνα,
τη χοντρή Καρμίνα ν' ανεβαίνει τη σκάλα
με τον φουσκωτό κώλο
και να κουβαλάει στο χέρι ένα κηροπήγιο;
Ήταν ένα καλοκαίρι ευτυχισμένο.
-----------------------------...Το τελευταίο καλοκαίρι
της νιότης μας, είπες στον Χουάν
στην Μπαρτσελόνα σε νοσταλγική
αναδρομή,
και είχες δίκιο. Ύστερα ήρθε ο Χειμώνας,
η κόλαση των μηνών
και οι μήνες της αγωνίας
και η νύχτα του τέλους με χάπια κι αλκοόλ
κι ο εμετός στο μαξιλάρι.
--------------------------Εγώ διασώθηκα γράφοντας
μετά το θάνατο του Jaime Gil de Biedma.

Από τους δύο, ήσουν εσύ που καλύτερα έγραφες.
Τώρα ξέρω μέχρι ποιού σημείου ήταν δικά σου
ο πόθος του οράματος και ο σαρκασμός,
η σιωπηλή ρομαντικότητα που πάλλεται στα ποιήματά μου
αυτά που εγώ προτιμώ, για παράδειγμα στην Πανδημική...
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι
πώς θα ήταν χωρίς εσένα η ποίησή μου.

Αν και μάλλον ήμουν εγώ αυτός που σε δίδαξε.
Που σε δίδαξε να έρχεσαι στα όνειρά μου,
από δειλία, διαφθείροντάς τα.

Jaime Gil de Biedma
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη


Jaime Gil de Biedma y Alba (Barcelona, 13 de noviembre de 1929 - † Barcelona, 8 de enero de 1990). Ισπανός ποιητής, από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς της γενιάς του '50. Γιος μεγάλης αριστοκρατικής οικογένειας, άρχισε να σπουδάζει Δίκαιο στην Βαρκελώνη όπου γεννήθηκε και συνέχισε στη Σαλαμάνκα απ' όπου και αποφοίτησε. Η ποίησή του συνδέεται με αυτήν του Vallejo, του Antonio Machado και με τον ντελικάτο ερωτισμό του Cernuda. Αν και το έργο του δεν είναι πολύ μεγάλο, έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή στις τελευταίες γενιές.

"De todas las historias de la Historia la más triste sin duda es la de España porque termina mal".

"Από όλες τις ιστορίες της Ιστορίας, η πιο θλιβερή είναι αναμφίβολα αυτή της Ισπανίας, δεδομένου ότι τελειώνει άσχημα."

«Πολύ φτωχός άνθρωπος πρέπει να είναι κάποιος αν δεν αφήσει στο έργο του -σχεδόν χωρίς να το υπολογίσει- κάτι από τη μοναδική και εσωτερική ανάγκη του να ζήσει. Εν τέλει, ένα βιβλίο ποιημάτων δεν πρέπει να είναι τίποτ' άλλο από την ιστορία ενός ανθρώπου που είναι ο δημιουργός του, αλλά ανυψωμένη σε ένα επίπεδο σημασίας στο οποίο η ζωή του καθενός είναι πια η ζωή όλων των ανθρώπων, ή τουλάχιστον -να έχουν ληφθεί υπ' όψιν τα αναπόφευκτα όρια της κάθε προσωπικής εμπειρίας -κάποιων ανάμεσα σ' αυτούς».

JAIME GIL DE BIEDMA
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Rafael Alberti: Μπαλάντα για τους ανδαλουσιανούς ποιητές του σήμερα



Μπαλάντα για τους ανδαλουσιανούς ποιητές του σήμερα

Τί τραγουδούν οι ανδαλουσιανοί ποιητές του τώρα;
Τί κοιτούν οι ανδαλουσιανοί ποιητές του τώρα;
Τί νιώθουν οι ανδαλουσιανοί ποιητές του τώρα;

Τραγουδούν με φωνή άντρα, αλλά πού είναι οι άντρες;
Με μάτια άντρα κοιτούν, αλλά πού είναι οι άντρες;
Με στήθος άντρα νιώθουν, αλλά πού είναι οι άντρες;

Τραγουδούν, κι όταν τραγουδούν φαίνεται πως είναι μόνοι.
Κοιτούν, κι όπως κοιτούν φαίνεται πως είναι μόνοι.
Νιώθουν, κι όταν νιώθουν φαίνεται πως είναι μόνοι.

Είναι που πια η Ανδαλουσία απόμεινε χωρίς ψυχή;
Είναι ίσως που στ' ανδαλουσιανά βουνά δεν υπάρχει ψυχή;
Που στις θάλασσες και στους ανδαλουσιανούς κάμπους δεν υπάρχει ψυχή;

Δεν θα υπάρχει πια κανείς ν' απαντήσει στη φωνή του ποιητή;
Ποιός κοιτάζει την ανοιχτή καρδιά του ποιητή;
Τόσα πράγματα πέθαναν, ώστε δεν υπάρχει παρά ο ποιητής;

Τραγουδήστε δυνατά. Θ' ακούσετε πως ακούνε άλλα αυτιά.
Κοιτάξτε ψηλά. Θα δείτε πως κοιτούν άλλα μάτια.
Καρδιοχτυπήστε δυνατά. Θα γνωρίσετε πως πάλλεται έν' άλλο αίμα.

Δεν είναι πια βαθιά ο ποιητής στο σκοτεινό του υπόγειο,
κλειδωμένος. Το τραγούδι του ανέρχεται πιο βαθύ
όταν, ανοιχτό στον αέρα, είναι πια όλων των ανδρών.

Rafael Alberti
Μετ: Μαριάννα Τζανάκη