Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Federico García Lorca: POÉTICA (De viva voz a Gerardo Diego)


Emily Tarleton


Federico García Lorca: ΠΟΙΗΤΙΚΗ (Προφορικά στον Gerardo Diego)

Αλλά τί μπορώ να πω εγώ για την Ποίηση; Τί μπορώ να πω γι αυτά τα σύννεφα, αυτού του ουρανού; Κοιτώ, κοιτώ, τα κοιτώ, τον κοιτώ και τίποτα περισσότερο. Θα καταλάβεις πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την Ποίηση. Αυτό άστο για τους κριτικούς και τους καθηγητές. Αλλά ούτε συ, ούτε 'γω, ούτε κανένας ποιητής γνωρίζουμε αυτό που είναι η Ποίηση.

Εδώ είναι· κοίτα. Έχω τη φωτιά στα χέρια. Την καταλαβαίνω και δουλεύω μ' αυτήν τέλεια, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω γι αυτήν χωρίς λογοτεχνία. Καταλαβαίνω όλες τις ποιητικές· θα μπορούσα να μιλήσω γι αυτές αν δεν άλλαζα γνώμη κάθε πέντε λεπτά. Δεν ξέρω. Μπορεί κάποια μέρα να μου αρέσει η κακή ποίηση πολύ, όπως μου αρέσει(μας αρέσει) σήμερα η κακή μουσική με τρέλα. Θα καίω τον Παρθενώνα τη νύχτα, για ν' αρχίζω να τον υψώνω την ημέρα και να μην τον τελειώνω ποτέ.

Στις διαλέξεις μου έχω μιλήσει μερικές φορές για την Ποίηση, αλλά για το μόνο που δεν μπορώ να μιλήσω είναι η δική μου ποίηση. Και όχι γιατί δεν έχω συναίσθηση αυτού το οποίο κάνω. Αντιθέτως. Αν είν' αλήθεια ότι είμαι ποιητής χάρις στον Θεό -ή τον διάβολο-, επίσης αυτό που είμαι, είμαι και χάρις στην τεχνική και στην προσπάθεια, και γιατί κατανοώ απολύτως αυτό που είναι ένα ποίημα.

Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Federico García Lorca: POÉTICA (De viva voz a Gerardo Diego)


Pero ¿qué voy a decir yo de la Poesía? ¿Qué voy a decir de esas nubes, de ese cielo? Mirar, mirar, mirarlas, mirarle, y nada más. Comprenderás que un poeta no puede decir nada de la Poesía. Eso déjaselo a los críticos y profesores. Pero ni tú ni yo ni ningún poeta sabemos lo que es la Poesía.

Aquí está; mira. Yo tengo el fuego en mis manos. Yo lo entiendo y trabajo con él perfectamente, pero no puedo hablar de él sin literatura. Yo comprendo todas las poéticas; podría hablar de ellas si no cambiara de opinión cada cinco minutos. No sé. Puede que algún día me guste la poesía mala muchísimo, como me gusta (nos gusta) hoy la música mala con locura. Quemaré el Partenón por la noche, para empezar a levantarlo por la mañana y no terminarlo nunca.

En mis conferencias he hablado a veces de la Poesía, pero de lo único que no puedo hablar es de mi poesía. Y no porque sea un inconsciente de lo que hago. Al contrario, si es verdad que soy poeta por la gracia de Dios —o del demonio—, también lo es que lo soy por la gracia de la técnica y del esfuerzo, y de darme cuenta en absoluto de lo que es un poema.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

Υπάλληλοι μιας άδειας πολιτείας Βαδίζουμε με φάκελους κενούς Κι αιτούμεθα συχνά άνευ αιτίας Μετάθεση σε άλλους ουρανούς

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Επάνω στο τεραίν του Παραδείσου
Με χρώμα απ’ το φεγγάρι ασημί
Θα έρθουνε μαζί σου να βαδίσουν
Οι ποιητές που μείναν άσημοι

Μαζί μ’ αυτούς κι εγώ θα ακολουθήσω
Που μ’ έκανε η αγάπη ποιητή
Της Πρέβεζας το φως θα συνηθίσω
Το μαύρο το μουντό και το σταχτί

R
Σα ρόδα από τριαντάφυλλα οι αγάπες μας θα ανθίσουν
Μα θα φυσήξει ο άνεμος κι όλα θα τα σαρώσει
Στα χέρια το παλτό θα μαρμαρώσει
Στο ανεστραμμένο πρόσωπο δυο δάκρυα θα κυλήσουν

Υπάλληλοι μιας άδειας πολιτείας
Βαδίζουμε με φάκελους κενούς
Κι αιτούμεθα συχνά άνευ αιτίας
Μετάθεση σε άλλους ουρανούς

Σαν Δον Κιχώτες πάντα μ’ ένα χρέος
Στο δρόμο μας πηγαίνουμε πιστοί
Κι ο χρόνος θα μας κυνηγάει έως
Για πάντα η σκιά μας να σβηστεί

Αντώνης Παπαϊωάννου

Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη ω ποιητή, πολιτικάντη... κρατώντας μία συλλογή στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ

Από το βράδυ ως που να φέξει
Διαβάζω διάβαζε και Λέξη.
Κι αν βρέξει, απ’ την Ομπρέλα κάτου
να μπεις του Μάκη Αποστολάτου.
Αν θες να στείλεις τα γραφτά σου
για δημοσίευση στοχάσου:
o δρόμος προς τον ποιητή
περνάει απ’ τον συνδρομητή.

Φωστήρας γίνε με Φωστιέρη
τον Σκοτεινό Έρωτα που ξέρει
κι αθανασία πιες λιγάκι
απ' Το Νερό του Πρατικάκη.
Βαλαωρίτη έχε για πλάνο
όχι τον γίγα, μα τον Νάνο –
να ‘σαι Του Τίποτα αθλητής
και ο Κοντός προπονητής.

Με το φαλλό να βγάζει μάτι
Στύσης Εγκώμιον του Γαλάτη
μελέτησε – κι ένα βραβείο
πάρε κι εσύ απ’ το υπουργείο.
Κι ένας φαλλός αν δεν σου φτάνει
πιάσε και του Υφαντή του Γιάννη
που "αιρετικός" έγινε – αλί! –
λέγοντας τον φαλλό καυλί.

Μες στην Στοά του Αρσακείου
η μασονία του βιβλίου.
Μέγας ο κάθε κακομοίρης
που προλογίζει ο Κώστας Μύρης.
Εδώ ανατέλλουν τόσα άστρα
ποιήτρια κι η κάθε γλάστρα.
Κι όπου η γλάστρα τελικώς
εκεί και ο Βασιλικός.

Μια θέση αν θες κι εσύ στον ήλιο
βρες τρόπο πήγαινε στην Μπήλιω.
Η ομιλία θα Έχει Γούστο
και βάθος μπρος σε τέτοιο μπούστο
σαν σε ρωτήσει, σταυροπόδι,
ε, ό,τι και την Έφη Θώδη.
Κάλλιο εν τέλει το καυλί
του Υφαντή απ’ το «γυαλί».

Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη
ω ποιητή, πολιτικάντη,
γύρεψε έστω μια ρημαδο-
δάφνη – ό,τι πρέπει για στιφάδο –
και περιφέρσου άνω κάτω
στων σωματείων το αδελφάτο
κρατώντας μία συλλογή
στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.

Σολδάτος Δημήτρης

Από το μπλογκ poetry's lover

Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

Αντώνης Παπαϊωάννου: Σε βρήκα να ρωτάς κάτι πουλιά: Ο ουρανός τι ώρα απόψε κλείνει; Απόψε που διψάς για ουρανό Πού να σου παραγγείλω ένα φεγγάρι;

ΓΙΑ ΤΟN ΣΑΧΤΟΥΡΗ

Τις νύχτες που μας πάνε τα φιλιά
Ταξίδι ως την όγδοη Σελήνη
Σε βρήκα να ρωτάς κάτι πουλιά:
Ο ουρανός τι ώρα απόψε κλείνει;

Απόψε που διψάς για ουρανό
Που να σου παραγγείλω ένα φεγγάρι
Που να βρω ένα καράβι γιορτινό
Στ’ αστέρια δρομολόγιο να μας πάρει

Αρχίζει το ταξίδι της χαράς
Χιονίζει μες τα μάτια μας χρυσάφι
Το αίμα το ζεστό σου να φοράς
Στο χιονισμένο του ουρανού χωράφι



ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΕΡΟΥΝΤΑ

Στο Σαντιάγκο βγαίνει ένα φεγγάρι
Κόκκινο αίμα, κόκκινο φιλί
Κι είναι ο έρωτας που ήρθε να μας πάρει
Ένα ταξίδι στης καρδιάς μας τη Χιλή

Στο Σαντιάγκο έξι παρά πέντε
Φτερά του έρωτα φοράει μια πεταλούδα
Κι είναι η ώρα που τα πίνει ο Αλιέντε
Στα καφενεία του ουρανού με το Νερούντα

Στο Σαντιάγκο και την Ίσλα Νέγκρα
Με της βροχής την πρώτη την ανάσα
Χόρεψε τα τραγούδια σου τα αλέγκρα
Του έρωτά μας χόρεψε τη σάλσα

Αντώνης Παπαϊωάννου

Ευχαριστώ θερμά γι αυτή την ανάρτηση κ. Παπαϊωάννου! Θα ήθελα να τα αφιερώσω στη φίλη Κ.σ-Μ. που διατηρεί το ιστολόγιο Μετά τιμής. Είναι πολύ συγκινητικό και ενδιαφέρον, να βλέπει κανείς τον έναν ποιητή να γράφει και ν' αφιερώνει στον άλλον!

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Ότι αγαπάμε το κόβουν ή μένει στα αζήτητα! Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου...


Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Πόσο μου θυμίζει αυτό το ποίημα του Ασλάνογλου τον Στοχασμό του Παβέζε που έγραψα στο παιχνίδι με τα χειρόγραφα. Και μόλις τώρα το παρατήρησα και το συνδύασα.

«Αρχίζω να γράφω ποιήματα όταν το παιχνίδι έχει χαθεί.
Δεν είδα ποτέ ένα ποίημα ν' αλλάζει τα πράγματα.»

Cesare Pavese

Διαβάζοντας δε ξανά τη συνέντευξη του Γιώργου Χρονά που αναφέρει τη συγγενική του σχέση με τον Παβέζε και τους Ιταλούς νεορεαλιστές, τόσο βεβαιώνομαι πως ο στοχασμός του Παβέζε του ενέπνευσε το ποίημα: «Η ποίηση δε μας αλλάζει»

Διαβάστε εδώ το απόσπασμα του Γιώργου Χρονά:

«H ποίησή του

Ο Nίκος-Aλέξης Aσλάνογλου εισήγαγε στην ελληνική ποίηση τον μοντέρνο θάνατο που συνοδεύει τους ανθρώπους, που δεν είναι παρά ο παλιός. Tου άρεσε η διάλυση, ο θάνατος όπως είναι απλωμένος στα νοσοκομεία, στους δρόμους. Mίλησε για τους μπασκετμπολίστες -πριν το μπάσκετ γίνει μόδα και περιουσία- τις δισκοθήκες, τα βενζινάδικα που έχουν χαμηλά φώτα και κλείνουν, τις βρεγμένες λεωφόρους, τα παιδιά χωρίς όνομα, τον ελληνικό έρωτα, την ελληνική ομορφιά. Bρίσκω τα ποιήματά του εφάμιλλα του Tσεζάρε Παβέζε. Eχει συγγένειες με την ιταλική ποίηση και με τον νεορεαλιστικό κινηματογράφο. Aστός ο Aσλάνογλου, βλέπει τον θάνατο να έρχεται, φορώντας το παντελόνι ενός μπασκετμπολίστα ή ενός παιδιού που δουλεύει πωλητής σ' ένα κατάστημα ενδυμάτων.

Δεν έλαβε πολλές κριτικές και γι' αυτό ευθύνονται οι εφημερίδες, τις οποίες διάβαζε καθημερινά. Δεν μπορούσε να παρακολουθήσει το μάρκετινγκ, τις δημόσιες σχέσεις, δεν έδινε συνετεύξεις κι όταν το αποφάσιζε, απαντούσε γραπτώς.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 1996 »



Υστεροφημία

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ' αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια - κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
(Νοσοκομείο εκστρατείας, 1972)

Η τελευταία συνέντευξη του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου «Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν» κι ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Γιώργου Χρονά για τον ποιητή.

Την τελευταία του συνέντευξη ο Ασλάνογλου, την έδωσε στους Ταγματάρχη-Λάλα, Θε μου σχώρα με! Το γιατί το λέω θα το δείτε παρακάτω. Εκτιμώ τις συνεντεύξεις που έχει πάρει ο Λάλας, αν και δεν του βρίσκω κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό δημοσιογραφικά. Θέμα τύχης το θεωρώ πιο πολύ και κύρους εφημερίδας ή συγκροτήματος, που εκπροσωπούσε.
Τηλεφωνεί λοιπόν ο Ταγματάρχης στον Ποιητή και δέχεται να δώσει συνέντευξη και να τους δεχτεί. Το 1991 στην Καλλιθέα σ' έναν ημιώροφο που έμενε, δόθηκε η συνέντευξη. Και ξεχάστηκε!!!! Δημοσιεύτηκε το 1996 μετά τον θάνατο του Ποιητή. Στα στεγνά. Χωρίς πολλά πολλά, είπαν την ξέχασαν στο... ράφι! Έλεος! Σου κάνει την τιμή να σε δεχτεί ο Ασλάνογλου. Σου δίνει μια σημαντικότατη κατάθεση ψυχής και το δημοσιεύεις όταν βρίσκεται το πτώμα του σε αποσύνθεση κι έχει γίνει ο σχετικός ντόρος με το θάνατό του;
Σκέφτομαι την απογοήτευση του Ποιητή με την τόσο ενδιαφέρουσα και πλούσια βιογραφία και κυρίως με το εξαιρετικό έργο που άφησε. Τον φαντάζομαι με κολλημένο το αυτί στο ραδιόφωνο να περιμένει τα «κακά παιδιά» να αναμεταδώσουν τη συνέντευξη-άνοιγμα ψυχής που τόσο γενναιόδωρα τους χάρισε.
Μετά σου λένε φταίει ο φονιάς. Φταίει ο κόσμος που εκτιμά ελάχιστους δημοσιογράφους; Ελλάς το μεγαλείο σου!!! Και πώς να σ' αντέξουμε γαμώτο;

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Ενδιαφέροντα αποσπάσματα συνέντευξης Κεντρωτή, για τη Μετάφραση

Εσείς είστε κυρίως γνωστός από τις μεταφράσεις σας γνωστών συγγραφέων. Η μετατροπή σας σε καθηγητή άλλαξε την σχέση σας με την μετάφραση;

Όχι, τολμώ να πω ότι την διευκόλυνε. Έχω άλλωστε είκοσι χρόνια προϋπηρεσία στη μετάφραση. Πάντοτε μετέφραζα επιλεγμένα από εμένα βιβλία, και τα έδινα σε συγκεκριμένους εκδότες με τους οποίους συνεργαζόμουν. Το ίδιο κάνω και τώρα. Δεν παίρνω παραγγελίες. Τώρα έχω τη δυνατότητα αυτό που ξέρω να το διδάξω στα παιδιά. Θα με ρωτήσει κανείς, μα διδάσκεται η μετάφραση; Θα απαντήσω ναι, διδάσκεται μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Εκείνο που δεν διδάσκεται είναι το ταλέντο. Είναι σαν το ποδόσφαιρο, αν ξέρεις μπάλα θα παίξεις. Αν είσαι μέτριος ποδοσφαιριστής μπορεί να γίνεις και καλός. Αριστος όμως αν δεν έχεις το ταλέντο δεν θα γίνεις ποτέ. Προσπαθώ να πω στα παιδιά αυτό που πιστεύω εγώ για τη μετάφραση. Οτι χρειάζεται πάρα πολλές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, πολύ καλή χρήση της γλώσσας αφίξεως, της μητρικής μας γλώσσας, και ότι ο κάθε μεταφραστής είναι αυτόνομος. Δυο καλοί μεταφραστές θα κάνουν δυο καλές μεταφράσεις όμως διαφορετικές. Οπως ο καλός τραγουδιστής της όπερας αποδίδει με τον δικό του τρόπο μιαν άρια και ο καλός πιανίστας αποδίδει με τον δικό του τρόπο μια σονάτα. Είναι ζήτημα ερμηνείας και η ερμηνεία είναι αυστηρά υποκειμενική.

Οι δικές σας εκάστοτε βιβλιοφιλικές επιλογές συνάδουν με τα βιβλία που μεταφράζετε;

Αυτό, δεν μπορώ να το κάνω γιατί είμαι αργός μεταφραστής. Ευτυχώς η μετάφραση είναι για μένα χόμπι. Αυτό είναι σημαντικό γιατί τον παράγοντα χρόνο τον καθορίζω εγώ. Διαλέγω συγγραφείς που μου αρέσουν. Αίφνης αγαπώ πάρα πολύ τον Μούζιλ, τον Παβέζε, έναν ιταλό συγγραφέα τον Τζόρτζιο Μπασάνι. Βέβαια η δουλειά μου με αναγκάζει να κάνω και θεωρία της μετάφρασης και πρέπει να συγγράφω κατά καιρούς βιβλία ή μονογραφίες. Αυτή είναι μια καινούρια μου ενασχόληση που όμως μου αρέσει.

Η πλειοψηφία των έργων που εκδίδονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα είναι μεταφράσεις. Εσείς πως τις κρίνετε;

Εχουν βελτιωθεί πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Οι παλιότερες μεταφράσεις ήταν στην πλειοψηφία τους άθλιες. Είχαν λάθη, υπήρχαν αυθαιρεσίες του μεταφραστή, ο οποίος, μπορεί να μην ήξερε καν τη γλώσσα του πρωτοτύπου, ούτε τη δική του καλά καλά. Τα τελευταία χρόνια όμως πέρασαν στο επάγγελμα άτομα με γλωσσική ευαισθησία, και μας έχουν δώσει μερικά πάρα πολύ όμορφα έργα. Σε αυτό συνετέλεσε και η σποραδική μεν κριτική των μεταφράσεων από μερικούς κριτικούς της λογοτεχνίας, όπως ο Δημοσθένης ο Κούρτοβικ. Μερικοί μάλιστα από τους καινούριους καλούς μεταφραστές (και χαίρομαι που το λέω) είναι από τη δική μας τη σχολή.

Ποια κείμενα από αυτά που συναντήσατε στην πορεία σας εκτιμάτε ότι είναι αμετάφραστα;

Μη μεταφράσιμο κείμενο δεν υπάρχει. Αυτό είναι μεγάλος μύθος. Οσοι το λένε αυτό κολλάνε στις λέξεις. Από τη στιγμή που κάτι γράφεται και μεταδίδεται ένα μήνυμα δεν υπάρχει περίπτωση να μην μπορεί να ξαναγραφτεί έστω κάτι ανάλογο. Ακόμα και τα ποιητικά κείμενα βρίσκουν τρόπο να περάσουν σε μια άλλη κουλτούρα. Αν ο μεταφραστής είναι "μάγκας", ξέρει να διαβάζει πίσω από τις λέξεις, αναγνωρίζει το κείμενο και όχι τις λέξεις αυτές καθαυτές. Το λάθος του κακού μεταφραστή είναι να αναζητά παντού ισοδυναμίες. Η κάθε γλώσσα από μέσα της κουβαλά μια εγγενή ασυμμετρία, δεν είναι λογικές οι σχέσεις που παράγονται μέσα σε μια γλώσσα δεν είναι κατά λόγο είναι παράλογες. Αυτός πρέπει να ανακαλύψει ο καλός μεταφραστής. Η μετάφραση πρέπει να είναι μετάγγιση κουλτούρας και άρα αναπαραγωγή του κειμένου μεταδίδοντας πάνω κάτω τις ίδιες συγκινήσεις που μεταδίδει το πρωτότυπο.

Παλιότερα έλεγε ο Ντοστογιέφσκι ότι η γλώσσα είναι το σπίτι μου. Σήμερα μετά την εισβολή της εικόνας τις τελευταίες δεκαετίες, πιστεύετε ότι ο λόγος υποχωρεί έναντι της εικόνας;

Δεν είμαι από εκείνους που φωνάζουν ότι φτωχαίνει η γλώσσα μας. Αν η γλώσσα είναι επικοινωνία τότε είτε με λέξεις είτε με εικόνες επικοινωνούμε. Βέβαια η γλώσσα είναι και αισθητική. Η εικόνα είναι κυρίαρχη στην εποχή μας και η γλώσσα έχει κατά έναν τρόπο εικονοποιηθεί. Εμείς τώρα που μιλάμε, με λέξεις μιλάμε. Βέβαια βλέπω γύρω μου διάφορες εικόνες που με επηρεάζουν. Αλλιώς θα ήταν να είναι λευκός ο τοίχος και αλλιώς θα ήταν με εικόνες. Και φυσικά όταν μιλάμε όλοι μας κουνάμε τα πόδια μας τα χέρια μας, όλα αυτά παράγουν μια εικόνα που αποτελεί στοιχείο της γλώσσας.

Ένα συναίσθημα δίχως να περιγραφεί από μια λέξη υπάρχει;

Εγώ αγαπώ πολύ τον Βιτγκενστάιν περισσότερο από όλους τους συγγραφείς που έχω διαβάσει επειδή δεν ήταν φανατικός. Ο Βιτγκενστάιν λοιπόν έλεγε, "ζω μέσα στις λέξεις". Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι έξω από τις λέξεις. Αλλά αυτό μπορεί να είναι ασθένεια δική μου. Φαντάζομαι όμως ότι οι ζωγράφοι και οι μουσικοί μπορούν άνετα να ζήσουν έξω από τις λέξεις. Εξω από το λόγο δεν ξέρω.

Εσείς πως σχολιάζετε την κίνηση της Ακαδημίας Αθηνών να εκδώσει πρόσφατα έναν κατάλογο απόδοσης στα ελληνικά ξένων λέξεων που έχουν εισβάλει στη γλώσσα μας;

Το παιχνίδι πλέον το έχουμε χάσει. Ειδικά στον τομέα της πληροφορικής, οτιδήποτε και να κάνει η Ακαδημία ή οποιοσδήποτε άλλος, το παιχνίδι το έχει κερδίσει η αγγλική γλώσσα.
Είμαι απαισιόδοξος αλλά επειδή πιστεύω στην αρχή αυτή που καθιέρωσε ο Βιτγκενστάιν ότι η σημασία μιας λέξης είναι η χρήση της στη γλώσσα και επειδή πολλά χρόνια τώρα οι κομπιουτεράδες χρησιμοποιούν ειδική ορολογία (και καλά κάνουνε) οποιαδήποτε προσπάθεια να διορθώσουμε αυτά τα πράγματα είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

Πάντως και τα σουτζουκάκια της Μαρίκας καθώς και πολλές άλλες λέξεις είναι δάνεια από άλλες γλώσσες που δεν βούλιαξαν την ελληνική.

Ισα ίσα που τα ελληνικά είναι μια φιλόξενη γλώσσα που έχει αφομοιώσει κατά καιρούς πολλές λέξεις. Οπότε ο φόβος της λεξιπενίας είναι ανόητος. Λεξιπενία θα υπάρχει όταν δεν θα υπάρχουν καθόλου λέξεις. Μας ενοχλεί ουσιαστικά να παίρνουμε ξένες λέξεις και να τις περνάμε στο ελληνικό λεξιλόγιο άκριτα. Ενώ λέμε της Αλάσκας της Γουινέας λέμε της Ατλάντα. Αδιανόητο για μένα. Ενώ λέμε το Βέλγιο του Βελγίου δεν είχαμε το θάρρος να πούμε το Τόκιο του Τοκίου. Η γλώσσα εξελίσσεται μαζί μας. Βέβαια υπάρχουν άνθρωποι κατά καιρούς που έχουν προσπαθήσει να δώσουν το στίγμα τους στη γλώσσα όπως ο κύριος Μπαμπινιώτης. Το μόνο όμως που κάνουν είναι να μπερδεύουν περισσότερο τα πράγματα. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού στο ότι όλοι προσπαθούμε να μιλήσουμε αθηναϊκα...Δυστυχώς έχουμε έναν ουνιφορμισμό, μια ομοιομορφία παντού θέλουμε όλοι να μιλάμε σαν αθηναίοι. Αυτό είναι ρατσισμός. Σατιρίζουν πολύ τις διαλέκτους κυρίως της Θεσσαλίας, Δεν είναι καλύτερος εκείνος όμως που μιλάει τη γλώσσα των Αθηνών. Ακόμα και τα επτανησιακά περνούν με μια ειρωνική διάθεση. Εδώ όμως έζησε ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Πολυλάς, έζησε ο Κονεμένος, ο Τυπάλδος, ο Καλοσγούρος που έγραψαν σε μια γλώσσα που σφύζει από ζωή.

Ποιο είναι το απωθημένο σας όσον αφορά την μετάφραση;

Θέλω να μεταφράσω την "Ηθική", του Σπινόζα.Τα λατινικά μου είναι αρκετά καλά και μπορώ να τα επιστρατεύσω.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας;

Από τα γερμανικά είναι ο Μούζιλ, και από τα ιταλικά ο Παβέζε, λατρεύω τον Μπέκετ, αγαπώ δυο ισπανόφωνους συγγραφείς πάρα πολύ τον Μπόρχες και τον Σάμπατο, και από τους διαχρονικά αγαπημένους μου συγγραφείς είναι ο Μαγιακόφσκι. Λατρεύω τον Σολωμό, τον Σκαρίμπα, τον Εγγονόπουλο, τον Ρίτσο. Από τους νεώτερους δικούς μας τον Βαλτινό και τον Πατρίκιο.

Όσον αφορά τον φανταστικό σας ήρωα;

Μάλλον κανένας. Ίσως όμως θα έλεγα τον Γιώργο Σιδέρη, το δοξασμένο σέντερ φορ του Ολυμπιακού της δεκαετίας του ΄60. Και ακόμα ο κιθαριστής από το "Σύντροφο" του Παβέζε επειδή ήταν εντελώς περιθωριακός τύπος και όσες επιλογές έκανε στην ζωή του τις έκανε από ένστικτο, κάτι που δεν έκανα ποτέ εγώ.



Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Το δάσος εκοιμήθη πια – τις ρίμες τις κεντά η σελήνη.


JAROSŁAW IWASZKIEWICZ (1894-1980)


ARS POETICA

Σε λίγο θα βγει το φεγγάρι. Βράδυ φθινοπώρου.
Συνέχεια, δώσ’ του να γυρνοβολούν παντού σκιές. Τάχα
τα μάτια μου ποια νύχτα φυλλωμένη μες στου χώρου
τους ψίθυρους και τις φωνές σφαλίζει; Οπλές μονάχα

ακούω. Να ψαύσω θέλω με τον λόγο αρχαίους τόπους.
Ψηλαφητά στο σκότος θά ’βρω (λες;…) ποτέ την κρήνη
ή εις μάτην ψάχνω μες στην πλησμονή το magnum opus
που τα έτη τα μπαγιάτικα απ’ τα φρέσκα θα διακρίνει;

Κι αν πάλι τώρα μου στερούν το δάσος του φθινόπω-
ρου, ανοίγουν –να!– τα μάτια μου, και σα χωράφια απλώνουν
με δέντρων δύναμη βγαλμένη απ’ των κορμών τον κόπο
που αγέρα και νερό ρουφούν και σε αψιούς οπούς ενώνουν.

Γιατί, άραγε; Αχ, γιατί; Οι κραυγές εκβάλλονται ματαίως
σε μια εποχή όπου το σκοτάδι αφρόντιστη γαλήνη
εγγυάται· σαν κλαδί ετσακίστη ο θρήνος ο πηγαίος.
Το δάσος εκοιμήθη πια – τις ρίμες τις κεντά η σελήνη.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Χρυσούλα Βακιρτζή: Κάποια Δύση

ΚΑΠΟΙΑ ΔΥΣΗ

Απόβραδο Μεγάλης Πέμπτης σήμερα. Ένα φως κατανυκτικό, ζουμάρει κάπως επίμονα τις σκέψεις , τα συναισθήματά μου. Ελπίδα, χαρές, μαζί με τις προσδοκίες που υπάρχουν βαθιά μέσα μου -απεικονίζονται στους χάρτες του μυαλού και καταλήγουν να μοιάζουν με σκληρή κι αδυσώπητα αιχμηρή αφή στα χέρια μου. Με τεχνοτροπία κυβιστών ζωγράφων.

Με περιτυλίγουν οι ανεπάρκειες, τα σκοτεινά,, μυστηριώδη και ακατέργαστα σημεία του εαυτού μου. Τα λευκά πιόνια στη σκακιέρα είναι από καιρό (ή από πάντα;) ακίνητα. Καιροφυλακτούν ακλόνητα, σαν ξεχασμένες γραπτές φράσεις, πάνω σε κιτρινισμένες σελίδες ενός βιβλίου κάποιας ζωής που δεν υπήρξε και ούτε θα υπάρξει ποτέ.

Συλλέγω εμπειρίες. Παθητικά, ηδονικά, με θράσος. Σα να ταυτίζομαι με τη Φλωράνς, την ηρωίδα του μυθιστορήματος «Καλημέρα θλίψη». Η θλίψη άλλωστε, βρίσκει άμεση ανταπόκριση, αφετηρία και έναυσμα στα προσωπικά μου πια τετριμμένα κλισέ. Το να προετοιμάζεσαι γι' άλλη μια προσεχή αυτοχειρία, μοιάζει με το μαρτύριο του Σίσυφου. Πόσο περιγραφικά λογικός και συνάμα παράλογος αποδεικνύεται για πολλοστή φορά ο «Ξένος» του ανεπανάληπτου Καμύ!

Ξένος λοιπόν; Προβλέψιμος μέσα στις ίδιες του τις κινήσεις, τις αντιδράσεις είναι ο κάθε άνθρωπος; Όπως και αν έχει, η καταδίκη μας προκύπτει αναπόφευκτη, διττή; Είμαστε παρατηρητές ή δογματικοί μάρτυρες των ίδιων μας των προσκλήσεων / εκκλήσεων προς τους άλλους στην όλη πορεία μας; Η αγωνία μου γίνεται η απάτη που πήγες να μου στήσεις πρόσφατα, όταν θέλησες να με κολακεύσεις -να σβήσεις με δόλιο κι ανώνυμο τρόπο τη δίψα μου. Την κυρίαρχη και προαιώνια ανάγκη μου για ολική φυγή.

Και πράγματι, έφυγα. Μάλλον διέσωσα το σκιερό μονοπάτι της αυταπάτης, των συμβιβασμών. Δεν το θέλω αυτό, αλλά έτσι 'πρέπει'.. Το έχω διαπιστώσει ότι δεν μπορώ να μείνω στην αδράνεια. Διεκδικώ με λύσσα κενά, αδιέξοδα, απόγνωση -ώστε να μπορέσω να επιπλεύσω πάνω στην αμόλυντη επιφάνεια της απόγνωσής μου.

Ο δε παράνομος Ιούδας ανοίγει τον δρόμο του ιερού Εσταυρωμένου. Γαντζωμένος στα νοητικά γρανάζια της εσωτερικής απαξίωσης, αντί να αλείψει με μύρα τον πεθαμένο Θεό του, τον σαβανώνει με αιχμηρά κι ατσαλάκωτα φύλλα λαμαρίνας. Οι κινήσεις του ξεπερνούν τα όρια του προγενέστερου κοινωνικού συνόλου -ανήκουν στη σφαίρα των καταναγκασμών. Η προσαρμογή. Εξάλλου, αυτό σε ωθεί στην εξέλιξη, σε στρεβλές κάποτε φαντασιώσεις.

Φέτος ο Απρίλης ήρθε φέρνοντας μαζί του πολλά σκαμπανεβάσματα. Έτσι, λέω να συνεχίσω το ταξίδι.. Ας ελλοχεύουν στη μνήμη τα άυλα και ήδη ανώνυμα φαντάσματα των μυστικών τρόμων μου.

Σκληρή μάγισσα τούτη η άνοιξη. Αν καταγραφεί στον σκληρό δίσκο του computer το επόμενο χτύπημα της καμπάνας, θα χαθούν όλες οι ευαίσθητες ισορροπίες;

'Κόκκινη' Πέμπτη. Κι εγώ αμύνομαι -ακόμα- με πορφυρά ερωτηματικά.


Η ΣΚΙΑ ΤΗ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ

Η σκιά της ψυχής μου
φεύγει προς κάποια δύση από
αλφάβητα,
ομίχλη
από βιβλία και λόγια.

Η σκιά της ψυχής μου!

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.